Ιούλ 26

Τα εγκληματικά λάθη του παρελθόντος δεν έγιναν μάθημα

Δεκαετίες τώρα, διατυπώνονται προτάσεις για την αντιμετώπιση των δασικών πυρκαγιών που μετά δεν εφαρμόζονται, ούτε καν από αυτούς που τις έκαναν


Στο μακρινό 1993 δόθηκε στη δημοσιότητα ένα ομόφωνο πόρισμα μιας διακομματικής επιτροπής της Βουλής. Αφορούσε την αντιμετώπιση των δασικών πυρκαγιών. Για την ιστορία το υπέγραφαν οι βουλευτές Διονύσης Μπεχράκης, (πρόεδρος της επιτροπής, Ν.Δ.), Μόσχος Γικόνογλου (ΠΑΣΟΚ), Αντώνης Σκυλλάκος (ΚΚΕ).

Οι προτάσεις του φαντάζουν ακόμη και σήμερα αυτονόητες: κατάρτιση δασολογίου-κτηματολογίου και συχνή αεροφωτογράφηση των δασών, σύσταση ενός ενιαίου υπεύθυνου φορέα, εξοπλισμό και στήριξη των υπηρεσιών, εκπαίδευση των στελεχών τους, κατάρτιση σχεδίων σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο και, φυσικά, μέτρα πρόληψης και μέτρα αποθάρρυνσης των εμπρηστών-καταπατητών.

Στην πραγματικότητα λίγα από αυτά προωθήθηκαν. Η διαμόρφωση ενός ενιαίου φορέα για τη δασοπροστασία και τη δασοπυρόσβεση δεν προωθήθηκε, απλώς μεταφέρθηκε η δασοπυρόσβεση πλήρως στην πυροσβεστική υπηρεσία. Ούτε εισακούστηκαν οι προτάσεις για σημαντική και σταθερή σε βάθος 20ετίας χρηματοδότηση της σχετικής προσπάθειας.

Ο απολογισμός μιας πολιτικής δασοπυρόσβεσης που ποτέ δεν έγινε

Το 1998 η ευθύνη της δασοπυρόσβεσης μεταφέρθηκε από την δασική υπηρεσία στο πυροσβεστικό σώμα. Η απόφαση αυτή είχε επικριθεί από το σύνολο των ειδικών –και εξακολουθεί να επικρίνεται. Ο λόγος είναι ότι η δασική πυρκαγιά είναι ένα σύνθετο φαινόμενο, που απαιτεί αντιμετώπιση έγκαιρη από ανθρώπους με ειδική γνώση του δάσους ως σύνθετου οικοσυστήματος. Είναι ενδεικτικό ότι την πρώτη δεκαετία της εφαρμογής αυτού του μέτρου είχαμε και μια αύξηση των καμένων εκτάσεων κάθε έτος, που το 2000 έφτασαν τα 1.600.071 στρέμματα και το 2007, τη χρονιά των καταστροφικών πυρκαγιών στην Ηλεία και την Αττική τα 1.372.857 στρέμματα, παρότι τα διαθέσιμα μέσα αυξήθηκαν.

20 χρόνια μετά είναι αλήθεια ότι το Πυροσβεστικό Σώμα, πέραν της αδιαμφισβήτητης αυταπάρνησης των στελεχών του στα πύρινα μέτωπα, έχει γίνει πιο αποτελεσματικό.  Ωστόσο το πρόβλημα παραμένει.

Όλοι οι ειδικοί επιμένουν ότι στις δασικές πυρκαγιές πρόληψη και καταστολή αποτελούν πλευρές της ίδιας και ενιαίας διαδικασίας. Τα βήματα προετοιμασίας που θα γίνουν το χειμώνα θα χρωματίσουν και την πραγματική ικανότητα έγκαιρης και αποτελεσματικής καταστολής. Επιπλέον, η ύπαρξη ενός ενιαίου φορές προστασίας του δάσους και καταστολής της πυρκαγιάς θα σήμαινε τη συνεχή παρουσία μέσα στο δάσος και με όρους βαθιάς γνώσης των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών κάθε περιοχής που θα επέτρεπε και την έγκαιρη πληροφόρηση και την έγκαιρη και στοχευμένη παρέμβαση σε μια πυρκαγιά, πριν πάρει διαστάσεις.

Η αλλαγή της σχέσης με το δάσος

Όλοι οι ειδικοί συμφωνούν ότι ένας από τους λόγους που αυξάνουν τους κινδύνους από τις δασικές πυρκαγιές είναι η ίδια η αλλαγή της σχέσης μας με το δάσος. Το δάσος δεν ήταν ποτέ μόνο ένας προστατευόμενος «πνεύμονας» ή χώρος αναψυχής. Αυτό είναι ένα πολύ πρόσφατο φαινόμενο.

Το δάσος ήταν και ένα πεδίο παραγωγικών δραστηριοτήτων. Η υλοτομία ή η συλλογή ρητίνης, πέραν όλων των άλλων, σήμαιναν και ενδιαφέρον άμεσο για το δάσος, καθημερινή παρουσία ανθρώπων μέσα σε αυτό, συγκέντρωση της περιττής βιόμαζας. Ακόμη και η κτηνοτροφία εξασφάλιζε συχνά μια ζώνη ανάμεσα στο δάσος και τον οικισμό, που την κρίσιμη ώρα αποτελούσε και ζώνη προστασίας.

Σήμερα τα δάση απλώς αναπτύσσονται, σωρεύουν βιόμαζα (κλαδιά, ξερούς θάμνους, πευκοβελόνες) και τα θέλουμε να φτάνουν, κυριολεκτικά μέχρι την πόρτα της παραθεριστικής μας κατοικίας. Δεν τα εκμεταλλευόμαστε, αλλά και δεν τα φροντίζουμε. Αυτό αυξάνει και την πιθανότητα πυρκαγιάς και τον κίνδυνο από αυτήν.

Την ίδια στιγμή, παρά την υποτιθέμενη καθολική προστασία του δάσους, υπάρχουν και διαρκείς πιέσεις δασικές εκτάσεις να χάσουν αυτόν τον χαρακτηρισμό. Διάφορα μεγάλα επενδυτικά σχέδια, είτε εξόρυξης είτε «τουριστικής αξιοποίησης» λειτουργούν ως μοχλός πίεσης σε αυτή την κατεύθυνση. Δεν είναι τυχαίο ότι από διάφορες πλευρές προβλήθηκε ως μέτρο ανάπτυξης η επιτάχυνση των διαδικασιών αποχαρακτηρισμού μιας δασικής έκτασης.

Το εξοχικό ως παγίδα φωτιάς

Στην Ελλάδα, όπως και σε άλλες περιοχές της Μεσογείου, το εξοχικό έγινε το μεγάλο όνειρο ή και το σύμβολο κοινωνικής καταξίωσης. Για την ακρίβεια το εξοχικό μέσα στο πευκόδασος, κοντά στην παραλία, που ακόμη και σήμερα το θεωρούμε τον ιδανικό τόπο κατοικίας.

Μόνο που αυτό γέννησε, εδώ και δεκαετίες όλο το πρόβλημα με τους αλλεπάλληλους κύκλους οικοδόμησης αυθαιρέτων μέσα σε δασικές εκτάσεις, τα αιτήματα νομιμοποίησης, τις εντάξεις περιοχών σε σχέδια πόλης.

Αποτέλεσμα, κατοικίες που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο να πάρουν φωτιά σε περιοχές που εξαιτίας του άναρχου τρόπο με τον οποίο πολεοδομήθηκαν συχνά δεν έχουν τη δυνατότητα να έχουν δρόμους που να διευκολύνουν την διέλευση πυροσβεστικών οχημάτων και ασθενοφόρων, ούτε και προσφέρουν τις οδούς διαφυγής ή τους ασφαλείς ανοιχτούς χώρους συγκέντρωσης που κανονικά πρέπει να προβλέπει το πολεοδομικό σχέδιο μιας περιοχής.

Επιπλέον, η παραθεριστική κατοικία σημαίνει κατοίκηση που είναι στην πραγματικότητα εξωτερική προς το δάσος. Κατοίκηση από ανθρώπους των πόλεων χωρίς τη γνώση που έχουν οι κάτοικοι των αγροτικών περιοχών ή χωρίς την εμπειρία ως προς το πώς συμπεριφερόμαστε απέναντι στο δάσος.

Το ίδιο το Μάτι είναι ένα χαρακτηριστικό τέτοιο παράδειγμα. Μια περιοχή που οικοδομήθηκε κυρίως με αυθαίρετο τρόπο, που οι διαδικασίες ένταξης ξεκίνησαν με μεγάλη καθυστέρηση, με τους δρόμους να έχουν χαραχθεί κατά βάση με βάση τις ανάγκες των κατοίκων και χωρίς τις προβλέψεις για οδούς που να αποτελούν εξόδους και εισόδους διαφυγής και για πλάτη δρόμων που να επιτρέπουν την πρόσβαση οχημάτων έκτακτης ανάγκης. Χωρίς ανοιχτές πλατείες ή άλλους χώρους συγκέντρωσης που κανονικά πρέπει να προβλέπονται σε ένα πολεοδομικό σχέδιο. Και με εμπόδια στην πρόσβαση στην ακτή που αποδείχτηκαν μοιραία.

Οδηγίες που μένουν στα χαρτιά

Εάν κανείς αποφασίσει να ψάξει τις οδηγίες που δίνουν οι φορείς πολιτικής προστασίας θα δει ότι στην πραγματικότητα όλες οι οδηγίες υπάρχουν εκεί. Όμως, σε μικρό βαθμό αποτελούν κτήμα των κατοίκων και σε ακόμη μικρότερο βαθμό εφαρμόζονται.

Για παράδειγμα υπάρχουν συγκεκριμένες οδηγίες για το τι κάνουμε όταν έχουμε ένα σπίτι που είναι κοντά ή μέσα σε δάσος. Πρέπει να καθαρίζουμε σε ακτίνα 10 μέτρων τα ξερά χόρτα και φύλλα, πευκοβελόνες και κλαδιά. Να κλαδεύουμε τα δέντρα μέχρι τα 3 μέτρα. Να απομακρύνουμε ξερά κλαδιά και φύλλα. Να υπάρχει απόσταση τουλάχιστον 5 μέτρων ανάμεσα στο σπίτι και τα κλαδιά των δέντρων. Να φροντίζουμε να κλαδεύουμε τα δέντρα ώστε τα κλαδιά του ενός να απέχουν τουλάχιστον 3 μέτρα από τα κλαδιά του άλλου. Προφανώς να μην χρησιμοποιούμε εύφλεκτα υλικά στα κουφώματα ούτε να έχουμε εύφλεκτα υλικά σε εξωτερικούς χώρους (π.χ. φιάλες υγραερίου). Να έχουμε πυροσβεστήρες, μεγάλο λάστιχο ποτίσματος, μια δεξαμενή νερού, μια απλή αντλία που λειτουργεί χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα και ένα σωλήνα νερού.

Ας αναλογιστεί ο καθένας μας σε ποια κλίμακα εφαρμόζονται αυτά.

Τα σχέδια εκκένωσης που μένουν ευχολόγια

Αντίστοιχα, οι γενικές κατευθύνσεις της πολιτικής προστασίας πάντα περιλαμβάνουν τα σχέδια απομάκρυνσης του πληθυσμού όχι μόνο στην περίπτωση των σεισμών αλλά και της πυρκαγιάς.

Στα σχετικά έγγραφα περιγράφεται αναλυτικά πώς πρέπει να οργανωθεί μια τέτοια διαδικασία, πώς πρέπει να συνεννοηθούν μεταξύ τους οι διαφορετικοί φορείς, πώς θα ληφθεί η απόφαση και τι πρέπει να περιλαμβάνει μια διαδικασία απομάκρυνσης.

Επίσης, θα διαπιστώσει ότι επιμένουν ότι είναι μια απόφαση που πρέπει να ληφθεί όταν εξασφαλιστεί ότι θα γίνει με ασφάλεια και δεν θα δημιουργήσει περισσότερα προβλήματα (π.χ. να κλείσει τους δρόμους ή να οδηγήσει σε εγκλωβισμούς που θα απαιτούν επιχειρήσεις διάσωσης).

Πάνω από όλα, όμως, θα δει ότι απαιτεί συγκεκριμένα τοπικά σχέδια που να ορίζουν με σαφήνεια οι κάτοικοι κάθε περιοχής ποια διαδρομή θα ακολουθήσουν, σε ποιον ανοιχτό και ασφαλή χώρο να πάνε (που έχει διαφορετικές προδιαγραφές εάν μιλάμε για σεισμό και διαφορετικές εάν μιλάμε για πυρκαγιά), ποιος χρόνος εκτιμάται ότι θα χρειαστεί, ποια μέσα θα χρησιμοποιηθούν ή εάν θα μετακινηθούν πεζή (ειδικά στις πυρκαγιές το αυτοκίνητο ως κατεξοχήν εύφλεκτο όχημα είναι παγίδα θανάτου).

Σε περιοχές όπως η Ανατολική Αττική αυτό θα σήμαινε την ύπαρξη σχεδίων τόσο για την έγκαιρη απομάκρυνση από τον οικισμό από τους μεγάλους οδικούς άξονες, αλλά και την ύπαρξη και σχεδίων κατεύθυνσης προς την ακτή σε περίπτωση που η πρώτη επιλογή δεν ήταν εφικτή.

Τέτοια σχέδια στην πραγματικότητα είτε δεν υπάρχουν, είτε υπάρχουν στα χαρτιά. Όμως, σε περιοχές όπως η Ανατολική Αττική αποτελούν πραγματικό ζήτημα ζωής και θανάτου. Γιατί απέναντι στον διπλό κίνδυνο του εγκλωβισμού και της άτακτης φυγής που καταλήγει και πάλι σε εγκλωβισμό μόνο η ύπαρξη σχεδίου για το εάν και πώς θα γίνει εκκένωση μπορεί να σώσει.

Αυτό εξηγεί και το γιατί οι κατασκηνώσεις που είναι υποχρεωμένες όχι μόνο να έχουν σχέδιο εκκένωσης αλλά να προχωρήσουν προληπτικά σε εκκένωση μπόρεσαν έγκαιρα να μεταφέρουν τα παιδιά σε ασφαλή σημεία.

Σε όλα αυτά ας προστεθεί και το ερώτημα εάν και σε ποιο βαθμό αξιοποιούνται οι πρόοδοι στην τεχνολογία.

Το Ευρωπαϊκό πρόγραμμα EU EVITA [Project EVITA Wildfire Evacuation Trigger Buffers for Sensitive Areas, ECHO/SUB/2012/640929] είναι ένα τέτοιο παράδειγμα. Η επίσημη περιγραφή του είναι η ακόλουθη: «Το πρόγραμμα εστιάζει στο σημαντικό θέμα της οργανωμένης (ελεγχόμενης) απομάκρυνσης πληθυσμού, ως μέτρο πρόληψης κατά την εξέλιξη μιας καταστροφής υπό συγκεκριμένες συνθήκες, μέσω του προσδιορισμού «ζωνών ενεργοποίησης εκκένωσης». Μια «ζώνη ενεργοποίησης εκκένωσης»  είναι ένα προκαθορισμένο όριο που περιβάλλει ένα σημείο ενδιαφέροντος (μια εγκατάσταση SEVESO II, ένα ξενοδοχειακό συγκρότημα, έναν οικισμό κ.λπ.), ώστε όταν μια πυρκαγιά απειλεί να «διαρρήξει» τα όρια της συγκεκριμένης ζώνης να συνίσταται -ως μέτρο πρόληψης- η οργανωμένη απομάκρυνση του πληθυσμού της περιοχής αυτής. Ο κύριος στρατηγικός στόχος του προγράμματος είναι να υποστηριχθεί το έργο όλων των εμπλεκομένων στη στρατηγική αλυσίδα λήψης αποφάσεων, όπως οι αρχές Πολιτικής Προστασίας σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο, τα αρμόδια διευθυντικά στελέχη της βιομηχανίας, των ξενοδοχειακών συγκροτημάτων αλλά και οι πολίτες.»

Το πρόγραμμα χρηματοδοτούσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και συμμετείχαν η Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας ως εταίρος, το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο/Σχολή Χημικών Μηχανικών ως επικεφαλής εταίρος και υπήρξε και συμμετοχή δύο ακόμη εταίρων: της Ισπανίας και της Ιταλίας και τους δύο παγκοσμίως δημοφιλείς τουριστικούς τους προορισμούς, τις Βαλεαρίδες Νήσους και τη Σαρδηνία.

Το πρόγραμμα δοκιμάστηκε σε επίπεδο ασκήσεων και χρηματοδοτήθηκε μέχρι το 2014. Υποτίθεται ότι στη συνέχεια θα δοκιμαζόταν στην πράξη και θα αξιοποιείτο. Τα τελικά συμπεράσματα από την αποτελεσματικότητά του όπως και το βαθμό στον οποίο χρησιμοποιείται δεν μπορέσαμε να τα βρούμε.

Η απουσία εκπαίδευσης κατοίκων και παραθεριστών

Όλα αυτά απαιτούν και εκπαίδευση των κατοίκων και των επισκεπτών. Πάρα πολλές από τις πρακτικές και διαδικασίες που μπορούν να αποδειχτούν σωτήριες σε μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης εξαρτώνται από το εάν είναι κτήμα των ίδιων των πολιτών.

Το ξέρουμε καλά από την έμφαση που δίνεται στην αντισεισμικής εκπαίδευση. Ορθά τα παιδιά στο σχολείο χρόνια τώρα μαθαίνουν τι να κάνουν σε περίπτωση σεισμού.

Στις δασικές πυρκαγιές δεν ισχύει το ίδιο. Υπάρχει η αναγκαία έμφαση στα απλά μέτρα προστασίας του δάσους (να μην πετάμε αποτσίγαρα, σκουπίδια κ.λπ.) και στην έγκαιρη ειδοποίηση, όχι όμως στο πώς αντιδρούμε στη φωτιά και δη σε κατοικημένη περιοχή. Όμως, το να μην ξέρουμε πώς να κινηθούμε σε περίπτωση πυρκαγιάς μπορεί να αποβεί μοιραίο.

Ούτε μπορούν πραγματικά να εφαρμοστούν αποτελεσματικά σχέδια π.χ. εκκένωσης εάν δεν είναι ήδη κτήμα των κατοίκων το πώς πρέπει να συμπεριφερθούν, να κινηθούν, που να πάνε.

Τα λάθη που επαναλαμβάνονται και οι προτάσεις που μένουν ευχές

Τo 2008 η Διαρκής Επιτροπή Περιβάλλοντος της Βουλής, με αφορμή τις μεγάλες πυρκαγιές της Ηλείας και της Αττικής διατύπωσε τα συμπεράσματά της. Σταχυολογούμε μερικά:

«Η απουσία Ενιαίου Φορέα Δασοπροστασίας. Η διαδικασία πρόληψης, πυρόσβεσης και αποκατάστασης των δασών εμπλέκει δεκάδες συναρμόδιες υπηρεσίες, που συχνά έχουν επιφορτιστεί με αντικρουόμενα μεταξύ τους αντικείμενα χωρίς κεντρικό συντονισμό. Η πολυδιάσπαση των επιμέρους τομέων της δασικής πολιτικής και των αρμοδιοτήτων μεταξύ υπηρεσιών, δεν συμβάλλει στην αποτελεσματική προστασία των δασών, αλλά επιτείνει τη σύγχυση ειδικά στους τομείς της άμεσης πυρανίχνευσης και της πυρόσβεσης. Η επιστροφή στο προ του 1998 καθεστώς κρίνεται ανέφικτη, είναι όμως ανάγκη να μελετηθεί το ενδεχόμενο σύστασης και λειτουργίας ισχυρού ενιαίου φορέα, με ξεκάθαρες αρμοδιότητες, που θα συντονίζει όλες τις δράσεις δασοπροστασίας, σε όλα τα στάδια, με έμφαση πρωτίστως στην πρόληψη και δευτερευόντως στην καταστολή. […]

Η υποστελέχωση των Δασικών Υπηρεσιών. Περίπου το 60% των θέσεων που προβλέπονται για τις Δασικές Υπηρεσίες δεν είναι στελεχωμένο, ενώ και η συντριπτική πλειοψηφία των ήδη υπηρετούντων στελεχών υποαπασχολούνται σε άλλες δραστηριότητες (έκδοση πράξεων χαρακτηρισμών κ.λπ.). Μία σημαντική συνέπεια της αποδυνάμωσης των Δασικών Υπηρεσιών είναι τα περιορισμένης έκτασης και ανεπαρκή δασοκομικά έργα (αραιώσεις, κλαδεύσεις, απομάκρυνση εύφλεκτου υπόροφου κ.λπ.), που συμβάλλουν αποφασιστικά στην πρόληψη[…]

Η ανυπαρξία δασικών χαρτών και δασολογίου. Παρά το γεγονός ότι η σύνταξη δασικών χαρτών και δασολογίου αποτελεί υποχρέωση της Πολιτείας, ήδη από τη δεκαετία του ΄70, δυστυχώς μέχρι σήμερα η χώρα μας δεν έχει αποκτήσει ούτε το ένα ούτε το άλλο.

Η ελλιπής αστυνόμευση και εποπτεία του δάσους. […] Για το σκοπό αυτό απαιτείται, ανάμεσα σε άλλα, ένα ικανοποιητικό δίκτυο πυροφυλακίων επαρκώς επανδρωμένων, σύγχρονος εξοπλισμός επικοινωνιών και παρακολούθησης, εξειδικευμένο προσωπικό, ομάδες «δασοκομάντος» και ειδικά πυροσβεστικά οχήματα.

Οι αδυναμίες σε επιχειρησιακό επίπεδο. Ο κακός συντονισμός και η ανεπαρκής διασύνδεση των εμπλεκόμενων φορέων δασοπροστασίας είναι, κατά κοινή ομολογία, ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα. Η μηδαμινή αξιοποίηση μεθόδων διαχείρισης της βλάστησης, η απόλυτη προσήλωση στα εναέρια μέσα, η ανεπαρκής αξιοποίηση χερσαίων δυνάμεων στην άμεση πυρανίχνευση με τον περιορισμό τους στην προστασία οικισμών κ.λπ., κατά την διάρκεια της κορύφωσης του φαινομένου της πυρκαγιάς, και η ελλιπής αξιοποίηση της εθελοντικής προσφοράς είναι παθογένειες του συστήματος που πρέπει να αντιμετωπιστούν.»

Δέκα χρόνια μετά τα προβλήματα παραμένουν. Ακόμη και το έργο των δασικών χαρτών μόλις τώρα μπαίνει στην τελική ευθεία.

Το σπάσιμο του φαύλου κύκλου της δόμησης μέσα στο δάσος και της εν συνεχεία νομιμοποίησης παραμένει ζητούμενο. Όπως παραμένει ζητούμενο το εάν οι εντάξεις στο σχέδιο πόλης θα συμπεριλάβουν τελικά τη διάνοιξη δρόμων και τη οδών διαφυγής, συμπεριλαμβανομένης της πρόσβασης σε ασφαλείς χώρους.

Όπως και παραμένει ζητούμενο η εκπαίδευση του πληθυσμού τόσο ως προς την αξία και τη σημασία του δάσους όσο και ως προς τη συμπεριφορά απέναντι στην πυρκαγιά σε κάθε στιγμή αλλά και η διαμόρφωση επικαιροποιημένων σχεδίων αντιμετώπισης καταστροφών.

Δεκαετίες τώρα, συνήθως μετά από μεγάλες καταστροφές, ακούμε υποσχέσεις ότι «αυτή τη φορά το πάθημα θα γίνει μάθημα». Ας ελπίσουμε ότι τη φορά δεν θα διαπιστώσουμε μετά από μερικά χρόνια ότι δεν έγινε…

 

Πηγή: in.gr