Οκτ 27

Τα 10 μεγαλύτερα σκάνδαλα της μεταπολίτευσης

Από το κραχ του χρηματιστηρίου το ‘99 στον Κοσκωτά και από τη Siemens στα εξοπλιστικά


Τα σκάνδαλα στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης διανθίζονται από εξοπλιστικά προγράμματα, χαρακτηρίζονται από αλυσιδωτές συγκαλύψεις και ανάγονται σε μείζον πολιτικό ζήτημα με διαχρονική υφή. Στο φόντο τους, το δημόσιο χρήμα και πάμπολλοι «αφανείς» παίκτες. Και φυσικά, ουκ ολίγοι «σκοτεινοί» τραπεζικοί λογαριασμοί στην Ελβετία και λοιπούς φορολογικούς «παραδείσους». Με αφορμή την προφυλάκιση του ζεύγους Παπαντωνίου, πάμε παρακάτω να θυμηθούμε τα σημεία-σταθμούς της μεταπολιτευτικής διαφθοράς της χώρας. Την οποία ακόμη προσπαθούμε να πατάξουμε επί της ουσίας και επί της κομματικής πελατείας.

ΤΟ ΣΚΑΝΔΑΛΟ ΤΟΜΠΡΑ

Προσωπικός φίλος του Ανδρέα, υποδιοικητής του ΟΤΕ το 1981 και εν συνεχεία, διοικητής τον Φεβρουάριο του 1984. Ο Θεοφάνης Τόμπρας έγινε το ’87 και γενικός διευθυντής. Το όνομά του συνδέθηκε με τις τηλεφωνικές παρακολουθήσεις πολιτικών προσώπων και αρχηγών κομμάτων την περίοδο 1981-1989 . Κατά τα χρόνια διοίκησής του, εκσυγχρονίστηκαν οι τηλεπικοινωνίες, αλλά και… τα αιτήματα των εργαζομένων του οργανισμού. Είχε στενές σχέσεις με επιχειρηματίες και δημοσιογράφους και ενεπλάκη σε διαρροή συνομιλιών του Κωνσταντίνου Καραμανλή.

Μετά την πτώση της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ το καλοκαίρι του 1989, ο Τόμπρας κατηγορήθηκε για τις καταθέσεις του ΟΤΕ στην Τράπεζα Κρήτης (τμήμα του σκανδάλου Κοσκωτά) καθώς και για παράνομες τηλεφωνικές υποκλοπές πολιτικών αντιπάλων του ΠΑΣΟΚ. Για την πρώτη υπόθεση αθωώθηκε, ενώ η δεύτερη δεν έφτασε ποτέ στη δικαιοσύνη επειδή η Βουλή ανέστειλε τη δίωξη μετά την αθώωση του Ανδρέα Παπανδρέου για την υπόθεση Κοσκωτά. Λίγο πριν αποχωρήσει από την διοίκηση του ΟΤΕ, ο Τόμπρας υπέγραψε μία μεγάλη σύμβαση με την εταιρεία Siemens για την ψηφιοποίηση των τηλεφώνων. Η συμφωνία αυτή, με απευθείας ανάθεση, αφορούσε 470.000 ψηφιακές παροχές αξίας 32,5 δισεκατομμυρίων δραχμών. Μέρος της ψηφιοποίησης, δόθηκε στην εταιρεία Intracom.

ΤΟ ΣΚΑΝΔΑΛΟ ΤΟΥ ΚΑΛΑΜΠΟΚΙΟΥ

Βρισκόμαστε στο 1986. Το πλοίο Αλφονσίνα φτάνει στη Θεσσαλονίκη φορτωμένο με 9.000 τόνους αραβοσίτου δήθεν ελληνικής προέλευσης. Η προέλευσή του ήταν από το Κόπερ της Γιουγκοσλαβίας το οποίο, μέσω πλαστών εγγράφων μετονομάστηκε σε “προϊόν Καβάλας”. Οι εμπλεκόμενοι στη συναλλαγή θα απέφευγαν την πληρωμή της αντισταθμιστικής εισφοράς, ύψους 182 εκατομμυρίων δραχμών και επιπροσθέτως θα επωφελούνταν από την υψηλή τιμή της πώλησης και την καταβολή κοινοτικών επιδοτήσεων. Μόνη χαμένη σε πρώτη φάση η ΕΟΚ και μετέπειτα, το 1989, το ελληνικό δημόσιο αφού δικάστηκε ερήμην και καταδικάστηκε από το Ευρωπαικό Δικαστήριο, μετά από προσφυγή της Κομισιόν, σε 600.000.000 δραχμές πρόστιμο.

Ο Νίκος Αθανασόπουλος, τέως αναπληρωτής Υπουργός Οικονομικών, ομολόγησε την εμπλοκή του στο σκάνδαλο, καταδικάστηκε και το 1990 προφυλακίστηκε μαζί με τον Σούλη Αποστολόπουλο, πρώην πρόεδρο της ITCO, κρατικής εμπορικής εταιρείας που είχε ως στόχο μαζί με άλλες να ασκεί παρεμβατικό ρόλο στη διαμόρφωση τιμών στην αγορά.

Ο Αθανασόπουλος καταδικάστηκε σε φυλάκιση τρεισήμισι ετών (τελικά έμεινε στη φυλακή για 19 μήνες). Έξω από το Μέγαρο του Αρείου Πάγου, όπου διεξαγόταν η δίκη, είχε συγκεντρωθεί μεγάλο πλήθος φανατικών οπαδών του ΠΑΣΟΚ . Μετά την ανακοίνωση της καταδικαστικής απόφασης, το πλήθος διαμαρτυρήθηκε κραυγάζοντας «αίσχος, αίσχος» ενώ στην συνέχεια τραγούδησε το «πότε θα κάνει ξαστεριά» και έψαλλε τον Εθνικό Ύμνο. Ήταν το μόνο κυβερνητικό στέλεχος του ΠΑΣΟΚ της περιόδου 1981-1989 που καταδικάστηκε και πήγε φυλακή (ο Μένιος Κουτσόγιωργας είχε προφυλακιστεί αλλά πέθανε από εγκεφαλικό πριν βγει απόφαση, ο Δημήτρης Τσοβόλας καταδικάστηκε σε εξαγοράσιμη ποινή και ο Γιώργος Πέτσος με αναστολή).

 

 

ΤΟ ΣΚΑΝΔΑΛΟ ΤΟΥ ΑΙΩΝΑ

Μέσα Δεκεμβρίου του 1984, ο Γιώργος Κοσκωτάς αγόραζε την Τράπεζα Κρήτης από την οικογένεια Καρρά έναντι 1 δισεκατομμυρίου δραχμών με προκαταβολή 150 εκατομμύρια.

Το 1986 είχε επιχειρήσει και την αγορά της Τράπεζας Κεντρικής Ελλάδας, όμως λόγω αντιδράσεων από τον Τύπο, η κυβέρνηση δεν επέτρεψε τελικά στην πώλησή της. Το 1987 προχώρησε στην αγορά από τον εφοπλιστή Σταύρο Νταϊφά της ΠΑΕ Ολυμπιακός. Η τότε κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ δεν άργησε να ενισχύσει τις σχέσεις της με τον ραγδαία ανερχόμενο επιχειρηματία. Οι καταθέσεις στην Τράπεζα Κρήτης αυξήθηκαν κατακόρυφα με χρήματα των ΔΕΚΟ (συνολικού ύψους 13 δισεκατομμυρίων το 1988), ενώ πολλοί ανώτατοι αξιωματούχοι του ελληνικού δημοσίου ήταν και επίσημοι συνεργάτες του. Στο μεταξύ οι ευνοϊκές ρυθμίσεις που εξασφάλιζε για τους πελάτες του, διόγκωσαν τις καταθέσεις στην Τράπεζα Κρήτης στα 76,5 δισεκατομμύρια δραχμές.

Τον Οκτώβριο του 1987 άρχισαν να έρχονται στο φως αποκαλύψεις για το παρελθόν του Κοσκωτά (πλαστογραφίες, φορολογικά αδικήματα, παράνομη εξαγωγή συναλλάγματος κλπ.) Στις καταγγελίες, η κυβέρνηση αρνούταν να κινήσει διαδικασίες για φορολογικό έλεγχο. Μια από τις σημαντικότερες πτυχές του σκανδάλου Κοσκωτά ήταν η εμπλοκή του αντιπροέδρου της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ Μένιου Κουτσόγιωργα, ο οποίος απεβίωσε κατά τη διάρκεια της δικής. Ο Κουτσόγιωργας συνδεόταν με τον στενό συνεργάτη του Κοσκωτά Ιωάννη Ματζουράνη ο οποίος προερχόταν από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ στην οποία είχε διατελέσει Γενικός Γραμματέας του Υπουργικού Συμβουλίου. Το φθινόπωρο του 1988 ανοίχτηκε μέσω του Ματζουράνη ένας τραπεζικός λογαριασμός στο όνομα του Κουτσόγιωργα στην Ελβετία . Στη συνέχεια, λίγες εβδομάδες πριν τοποθετηθεί επίτροπος στην Τράπεζα Κρήτης, ο Ματζουράνης μετέφερε 1,200,000 δολάρια στον λογαριασμό του Μένιου Κουτσόγιωργα.

Υπό το βάρος των συνεχών αποκαλύψεων, τον Ιούλιο του 1988 ο εισαγγελέας εφετών Δημήτρης Τσεβάς διέταξε έλεγχο στην Τράπεζα Κρήτης. Κι ενώ διατάχθηκε τοποθέτηση προσωρινού επιτρόπου και άρση τραπεζικού απορρήτου προκειμένου να διεξαχθεί η έρευνα, ο τότε αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και Υπουργός Δικαιοσύνης Μένιος Κουτσόγιωργας έφερε τροπολογία στη Βουλή, η οποία άφηνε προνομιακά περιθώρια στον υπό εξέταση επιχειρηματία Γιώργο Κοσκωτά. Τα ευρήματα του επιτρόπου Σπύρου Παπαδάτου ήταν κόλαφος για τον Κοσκωτά. Αποκαλύφθηκε ότι ο Κοσκωτάς (που πλέον αποκτά το προσωνύμιο «Μεγαλοαπατεώνας») είχε κάνει συνολική υπεξαίρεση από την Τράπεζα Κρήτης του ποσού των 33,5 δισεκατομμυρίων δραχμών. Η υπεξαίρεση των καταθέσεων είχε ξεκινήσει από την εποχή ακόμα που ήταν υπάλληλος στην Τράπεζα. Με τα χρήματα αυτά αγόρασε όλες τις επιχειρήσεις του αλλά και δωροδοκούσε δημόσια πρόσωπα. Πούλησε στη συνέχεια την Τράπεζα Κρήτης στον όμιλο Αρφάνη – Χιόνη, την «Γραμμή Α.Ε.» στον Γιάννη Αλαφούζο και την ΠΑΕ Ολυμπιακός στον Αργύρη Σαλιαρέλη. Ο τελευταίος τον βοήθησε να διαφύγει από την Ελλάδα, αρχικά στη Βραζιλία και στη συνέχεια στις ΗΠΑ, όπου όμως συνελήφθη και κρατήθηκε στις φυλακές του Σάλεμ. Εκδόθηκε στην Ελλάδα δύο χρόνια αργότερα. Αποφυλακίστηκε στις 16 Μαρτίου 2001, έχοντας εκτίσει τα 3/5 της ποινής του.

Στις 18 Ιουλίου 1989 (μία εβδομάδα μετά την ορκωμοσία της κυβέρνησης Τζαννετάκη), η βουλή αποφάσισε τη σύσταση ειδικής προανακριτικής επιτροπής προκειμένου να διαπιστωθεί η ενοχή ή μη των Ανδρέα Παπανδρέου, Μένιου Κουτσόγιωργα, Δημήτρη Τσοβόλα, Γιώργου Πέτσου και Παναγιώτη Ρουμελιώτη. Με βάση το πόρισμα αυτής της επιτροπής, στις 27 Σεπτεμβρίου 1989 (μία μέρα μετά τη δολοφονία του Παύλου Μπακογιάννη) η βουλή αποφάσισε μετά από μυστική ψηφοφορία την παραπομπή και των 5 πολιτικών προσώπων στο Ειδικό Δικαστήριο.

Ο Ανδρέας Παπανδρέου αρνήθηκε να εμφανιστεί στη δίκη και δεν πήγε ούτε μία φορά στο δικαστήριο. Επίσης αρνήθηκε να ορίσει συνηγόρους υπεράσπισής του. Παρότι οι δικαστές είχαν δικαίωμα να διατάξουν την βίαιη προσαγωγή του στο δικαστήριο, τελικά δεν το έπραξαν. Αντίθετα, οι Μένιος Κουτσόγιωργας, Δημήτρης Τσοβόλας και Γιώργος Πέτσος έδωσαν κανονικά το παρών στη δίκη, με τον Τσοβόλα να έρχεται συχνά σε έντονη αντιπαράθεση με τους δικαστές.

Για την κατηγορία της ηθικής αυτουργίας σε απιστία κατ’ εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος, ο Ανδρέας Παπανδρέου αθωώθηκε με την οριακή πλειοψηφία των 7–6 ψήφων.

ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΚΑΙ ΦΟΥΣΚΕΣ

Ήταν 17 Σεπτέμβρη 1999, όταν ο δείκτης της Σοφοκλέους είχε σημειώσει το ρεκόρ ανόδου του, σκαρφαλώνοντας στις 6.500 περίπου μονάδες. Τρία χρόνια μετά, στις 17 Σεπτέμβρη 2002 – και ενώ πια ήταν δεδομένο τι είχε παιχτεί με τη «φούσκα» – ο δείκτης είχε κατρακυλήσει κάτω από τις 2.000 μονάδες.

Μέσα σε μια τριετία η συνολική απώλεια της κεφαλαιοποίησης της Σοφοκλέους ανήλθε στο αστρονομικό ποσόν των 136 δισ. ευρώ (46,3 τρισ. δραχμές). Με άλλα λόγια, τόση ήταν η διαφορά μεταξύ της συνολικής αξίας των εισηγμένων μετοχών το Σεπτέμβρη του 1999 και της αντίστοιχης αξίας τους τρία χρόνια αργότερα.

Στο αποκαλούμενο και σκάνδαλο του Χρηματιστηρίου, πάνω από 140 δισ. ευρώ χάθηκαν από την υποτίμηση μετοχών. Στο αξιοσημείωτο ένα από τα συνθήματα του ΠΑΣΟΚ στις εκλογές του 2000, που οδήγησε στην επανεκλογή του Κώστα Σημίτη, ήταν το ισχυρό Χρηματιστήριο που στοιχειοθετεί μια ισχυρή εθνική οικονομία.

Τον Απρίλιο 2013 – δεκατρία χρόνια μετά το σκάνδαλο του Χρηματιστηρίου-, η Δικαιοσύνη ξανανοίγει έναν ογκώδη φάκελο, παραπέμποντας σε δίκη 67 άτομα (επιχειρηματίες, στελέχη χρηματιστηριακών εταιρειών, χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων κ.λπ.) που φέρονται να εμπλέκονται σε υπόθεση παραπλάνησης του επενδυτικού κοινού με μετοχές – φούσκες.

Με βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που προσεγγίζει τις 1.900 σελίδες, κρίνεται ότι πρέπει να παραπεμφθούν σε δίκη ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων της Αθήνας 42 από τους 67 αρχικά κατηγορουμένους κατά το αρχικό πρωτόδικο βούλευμα. Οι κατηγορίες αφορούν τα αδικήματα της απάτης κατ’ επάγγελμα και συνήθεια, νομιμοποίηση εσόδων από παράνομη δραστηριότητα («ξέπλυμα» χρήματος), παραβίαση της χρηματιστηριακής νομοθεσίας και υπεξαίρεση συνολικού ποσού ύψους περίπου 57 εκατ. ευρώ (την κρίσιμη περίοδο ανερχόταν σε περίπου 19 δισ. δρχ.).

Το Δεκέμβριο του 2013, το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων κήρυξε αθώους τους 42 κατηγορούμενους, επιχειρηματίες, επενδυτές, χρηματιστές εφοπλιστές κ.α που κάθισαν στο εδώλιο με βαριά αδικήματα, όπως αυτά της απάτης και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομη δραστηριότητα. Το Μάρτιο του 2014, ο αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Χαρ. Βουρλιώτης άσκησε αναίρεση κατά της αθωωτικής απόφασης, κρίνοντας εσφαλμένο το σκεπτικό της. Αν το ποινικό τμήμα του Αρείου Πάγου υιοθετήσει την πρόταση του Χ. Βουρλιώτη, η απαλλακτική απόφαση θα ανατραπεί και οι εμπλεκόμενοι θα οδηγηθούν όλοι σε νέα δίκη. Αν πάλι απορριφθεί, η υπόθεση θα θα μπει οριστικά και αμετάκλητα στο χρονοντούλαπο της μεταπολιτευτικής ιστορίας.

SIEMENS ΚΑΙ ΜΙΖΕΣ

Ίσως το πιο πολυδαίδαλο σκάνδαλο της Μεταπολίτευσης, είναι η υπόθεση της Siemens. Eρευνάται από το 2008, τόσο από την ελληνική Δικαιοσύνη, όσο και από μια εξεταστική επιτροπή του Ελληνικού Κοινοβουλίου, σε συνεργασία με τις γερμανικές δικαστικές αρχές του Μονάχου. Η δίκη για τα μαύρα ταμεία της Siemens ξεκίνησε στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων τον Φεβρουάριο του 2017, 11 χρόνια μετά την έναρξη της έρευνας στην Ελλάδα, με συνολικά 64 κατηγορούμενους, Έλληνες και Γερμανούς, μεταξύ των οποίων πρώην στελέχη της Siemens Ελλάδας, πρώην στελέχη της μητρικής εταιρίας αλλά και στελέχη του ΟΤΕ που φέρονται ως αποδέκτες μαύρου χρήματος. Το σκάνδαλο αποκαλύφθηκε όταν έγινε γνωστό στη Γερμανία ότι η Siemens δαπάνησε 1,3 δις ευρώ σε αμφιλεγόμενες πληρωμές (δωροδοκίες) για να εξασφαλίζει συμβόλαια σε διάφορες χώρες μεταξύ των ετών 1999 και 2006. Στελέχη της Siemens έχουν ισχυριστεί ότι συνολικά το ποσόν των 130 εκατομμυρίων μάρκων είχε δοθεί σε Έλληνες.

Τον Φεβρουάριο του 2010 συστάθηκε εξεταστική επιτροπή του ελληνικού Κοινοβουλίου, αποτελούμενη από 19 βουλευτές από όλα τα κόμματα. Πρόεδρος της επιτροπής είναι ο βουλευτής ΠΑΣΟΚ Σήφης Βαληράκης. Οι εργασίες της επιτροπής παρατάθηκαν αρχικά ως τις 30 Ιουνίου 2010, καθώς «προκύπτουν ενδείξεις εμπλοκής πολιτικών προσώπων, αλλά και ευθύνες για τις δικαστικές αρχές». Μετά από άλλη μια παράταση, τελικά οι δραστηριότητες της Εξεταστικής Επιτροπής φαίνεται ότι θα λήξουν στα τέλη Σεπτεμβρίου 2010.

Τα χρήματα φαίνεται να διοχετεύτηκαν από κρυφά ταμεία της Siemens και μέσω υπεράκτιων (offshore) εταιρειών να έφταναν στους τελικούς αποδέκτες τους. Ο κύριος διαχειριστής των χρημάτων αυτών φαίνεται να είναι ο τότε διευθύνων σύμβουλος της Siemens Ελλάδος, Μιχάλης Χριστοφοράκος, καθώς και ο πρώην διευθυντής τηλεπικοινωνιών της Siemens Ελλάδος, Πρόδρομος Μαυρίδης. Ο Χριστοφοράκος διέφυγε στην Γερμανία στις 15 Δεκεμβρίου 2007 και δικάστηκε από την γερμανική Δικαιοσύνη, ενώ εντάλματα έκδοσής του στην Ελλάδα απορρίφθηκαν από την γερμανική Δικαιοσύνη.

Μέχρι στιγμής τα παρακάτω πρόσωπα έχουν ομολογήσει την λήψη χρημάτων από τα ταμεία της Siemens:

-Ο Θεόδωρος Τσουκάτος παραδέχτηκε τον Ιούνιο του 2008 ότι το 1999 έλαβε ένα εκατομμύριο μάρκα. Υποστηρίζει πως τα χρήματα αυτά σταδιακά μπήκαν στα ταμεία του ΠΑΣΟΚ, κάτι που όμως ακόμη δεν έχει αποδειχτεί.

-Ο Τάσος Μαντέλης παραδέχτηκε τον Μάιο του 2010 ότι το 1998 και το 2000 έλαβε 200.000 και 250.000 μάρκα αντίστοιχα. Για το πρώτο ποσό κατονόμασε την Siemens, ενώ για το δεύτερο δήλωσε ότι δεν γνωρίζει την προέλευσή τους. Από τις 27 Μαΐου 2010 έχει απαγορευτεί στον Τάσο Μαντέλη η έξοδος από την χώρα. Το αδίκημα της δωροδοκίας έχει παραγραφεί, όμως φαίνεται ότι ο Τάσος Μαντέλης θα δικαστεί για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομη δραστηριότητα. Τον Ιούλιο του 2017, ο Τάσος Μαντέλης κρίθηκε ομόφωνα ένοχος από το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων για το αδίκημα του ξεπλύματος βρόμικου χρήματος.

Από τη δεκαετία του ’90 ως σήμερα κάποιες από τις σημαντικότερες συμβάσεις μεταξύ Siemens Ελλάς και ελληνικού δημοσίου είναι οι παρακάτω:

-η ψηφιοποίηση των τηλεφωνικών κέντρων του ΟΤΕ (μαζί με την Intracom) από το 1990 ως το 1997

-το σύστημα C4I για την ασφάλεια των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004

-το τρίτο τμήμα του Προαστιακού (μαζί με τις Τέρνα και Άκτωρ)

-ντιζελάμαξες και τροχαίο υλικό ΟΣΕ και ΗΣΑΠ

-το πρόγραμμα τηλεπικοινωνιών «Ερμής» του Ελληνικού Στρατού (μαζί με την Ελληνική Αεροπορική Βιομηχανία), από το 1999, για 300 εκ. ευρώ, με χρόνο παράδοσης το 2006

-προμήθειες των δημόσιων νοσοκομείων.

 

NOVARTIS

Ένα από τα πιο «φρέσκα» σκάνδαλα της Μεταπολίτευσης αφορά την πολυεθνική φαρμακοβιομηχανία Novartis, η οποία έχει έδρα στην Βασιλεία της Ελβετίας, αλλά και τη διερευνώμενη εμπλοκή πολιτικών προσώπων.

Η δικογραφία αφορά δύο πρώην πρωθυπουργούς, τον Αντώνη Σαμαρά και τον Παναγιώτη Πικραμμένο, καθώς και τους πρώην υπουργούς Γιάννη Στουρνάρα, Δημήτρη Αβραμόπουλο, Άδωνι Γεωργιάδη, Ευάγγελο Βενιζελο, Ανδρέα Λυκουρέντζο, Μάριο Σαλμά, Ανδρέα Λοβέρδο και Γιώργο Κουτρουμάνη. Οι πράξεις που αναφέρονται στη δικογραφία είναι η δωροληψία, παθητική δωροδοκία και η απιστία σχετικά με την υπηρεσία.

Η δικογραφία στις 6 Φεβρουαρίου 2018 έφτασε στη Βουλή. Η ζημιά του δημοσίου υπολογίζεται σε 3 δισ. ευρώ.

Η δικογραφία βασίζεται πάνω σε τρεις προστατευόμενους μάρτυρες. Σύμφωνα με τους τρεις μάρτυρες, οι παράνομες πληρωμές ανέρχονται σε ποσά που αγγίζουν τα 50 εκατ. ευρώ και έλαβαν χώρα σε χρονικό διάστημα που ξεκινά από το 2007 και φτάνει έως το 2015. Οι πληρωμές γίνονταν με βαλίτσες γεμάτες χαρτονομίσματα ή μέσω συνεργατών. Οι καταθέσεις των τριών προστατευόμενων μάρτυρων με τις κωδικές ονομασίες «Μάξιμος Σαράφης», «Αικατερίνη Κελέση» και «Ιωάννης Αναστασίου» έγιναν τμηματικά και με χρονική απόσταση, δέκα ή και είκοσι ημερών. Άλλοι 17 μάρτυρες έχουν καταθέσει αλλά δεν αναφέρονται σε δωροδοκίες πολιτικών.

Η αντιπολίτευση κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι επεμβαίνει στην απονομή της δικαιοσύνης και κάνει λόγο για “κουκουλοφόρους” και μάρτυρες που δεν φέρουν φερεγγυότητα. O πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας ζήτησε να διαλευκανθεί άμεσα η υπόθεση χωρίς κουκούλες και να παρουσιαστούν οι ανώνυμοι μάρτυρες στην Βουλή.

ΜΟΝΗ ΒΑΤΟΠΕΔΙΟΥ

Το σκάνδαλο αφορά μια σειρά ανταλλαγών ακινήτων, εκτάσεων και οικοπέδων, μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Μονής Βατοπεδίου του Αγίου Όρους, με φερόμενο (κατά την κατηγορία) απώτερο σκοπό να περιέλθουν αυτά, δια πλαγίας οδού – αγοραπωλησιών, μέσω της Ιεράς Μονής, σε συγκεκριμένες υπεράκτιες εταιρείες. Στις 21 Μαρτίου 2017 μετά από απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων αθωώθηκαν οι 14 εμπλεκόμενοι δημόσιοι λειτουργοί ή ιδιώτες μη πολιτικά πρόσωπα. Οι ενδεχόμενες ποινικές ευθύνες υπουργών κρίθηκαν παραγεγραμμένες.

Η διερεύνηση της υπόθεσης αυτής ξεκίνησε μετά την αποκάλυψη του σκανδάλου από την εκπομπή «Το Κουτί της Πανδώρας», του δημοσιογράφου Κώστα Βαξεβάνη. Ακολούθησαν μηνυτήριες αναφορές και καταθέσεις των Ιωάννη Ντάσκα (δημοσιογράφου) και του αντιστράτηγου ε.α. Ιωάννη Σεργιάννη. Στη συνέχεια υπήρξε μηνυτήρια αναφορά – καταγγελία του προέδρου της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΛΑΟΣ, Γ. Καρατζαφέρη, σε συνεδρία της Βουλής, κατά του πρώην υπουργού Δικαιοσύνης Σ. Χατζηγάκη, του πρώην εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Γ. Σανιδά καθώς και κατά παντός άλλου υπευθύνου. Αντίγραφό της κατατέθηκε και στην Επιτροπή (2010) από τον βουλευτή Αθ. Πλεύρη, μέλους της Επιτροπής.

Στη συνέχεια η υπόθεση ερευνήθηκε από τρεις εξεταστικές επιτροπές της Βουλής, το 2008, το 2010 και αρχές του 2011, η τελευταία η οποία και ήταν προανακριτική, ενώ ακολούθησε έρευνα από το Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος, τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γιώργο Σανιδά, την Τράπεζα της Ελλάδος, την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κ.α. Στις 27 Νοεμβρίου 2011, ο τηλεοπτικός σταθμός ΣΚΑΪ ξεκίνησε να προβάλει σειρά εκπομπών υπό τον τίτλο «Βατοπαίδι: όλη η ιστορία» σύμφωνα με την οποία το σκάνδαλο ήταν κατασκευασμένο. Σύμφωνα με το δημοσιογράφο Κώστα Βαξεβάνη, επρόκειτο για απλή αναπαραγωγή βίντεο δημιουργημένου από το «Σύλλογο των Φίλων της Μονής Βατοπαιδίου».

Μετά από διαφωνία ανάμεσα στην εφέτη-ανακρίτρια Ειρήνη Καλού και τον εισαγγελέα Παναγιώτη Μαντζούνη, το συμβούλιο εφετών έκρινε στις 23 Δεκεμβρίου 2011 προφυλακιστέο τον κατηγορούμενο Εφραίμ για ηθική αυτουργία στο αδίκημα της παράβασης καθήκοντος ο οποίος και μεταφέρθηκε στις φυλακές Κορυδαλλού, η οποία προφυλάκιση έγινε δεκτή με διάφορες αντιδράσεις.

Στις 29 Μαρτίου 2012 ο Ηγούμενος Εφραίμ αποφυλακίστηκε χωρίς να παραπεμφθεί σε δίκη, γεγονός που νομικοί κύκλοι θεωρούν σαφή ένδειξη ότι τα ποινικά αδικήματα που καταλογίζονται στον Ηγούμενο Εφραίμ δεν μπορούν να στοιχειοθετηθούν. Υποστηρικτές του Ηγούμενου Εφραίμ θεωρούν ότι οι κατηγορίες εναντίον του είναι κατασκευασμένες με σκοπό να πληγεί το κύρος της Εκκλησίας και να εμποδισθεί το φιλανθρωπικό και ιεραποστολικό έργο της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου. Ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι η καταδικαστική απόφαση για τους Εφραίμ και Αρσένιο δεν είχε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, περιείχε ασάφειες, στερείτο νόμιμης βάσης και ερμήνευε εσφαλμένα την εφαρμογή του νόμου.

Το 2013 η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου άσκησε αναίρεση κατά των παραπεμπτικών διατάξεων του υπ’ αριθ. 2000/2013 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που είχε παραπέμψει ομάδα κατηγορουμένων για την υπόθεση της Μονής Βατοπεδίου.

Τον Ιούλιο 2014, με τις αποφάσεις υπ’ αρ. 12953 και 12954/2014 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, απορρίφθηκαν οι αγωγές του Δημοσίου κατά της Μονής Βατοπεδίου, τρίτων αγοραστών και Τραπεζών με τις οποίες ( το Ελληνικό Δημόσιο) ζητούσε ακύρωση όλων των ανταλλαγών που έγιναν κατά την περίοδο του 2004 – 2005 και την επιστροφή των οικοπέδων που αντηλλάγησαν με παραλίμνιες εκτάσεις της λίμνης Βιστονίδας.

Στις 24 Οκτωβρίου 2014 συζητήθηκε στο Τριμελές Εφετείο Τριμελές Κομοτηνής η τύχη των εκτάσεων της Βιστωνίδας, η οποία κατέληξε το Δεκέμβριο του 2015 με την έκδοση της απόφασής, η οποία απέρριψε την έφεση της μονής Βατοπεδίου και συνολικά την αρχική αγωγή της εναντίον του Ελληνικού Δημοσίου με την οποία διεκδικούσε την ιδιοκτησία 27.000 στρεμμάτων στη λίμνη Βιστωνίδα.

 

Ο ΦΤΕΡΩΤΟΣ ΓΙΑΤΡΟΣ

Βασίλης Παπαγεωργόπουλος, ή αλλιώς… ο «φτερωτός γιατρός», όπως αυτοαποκαλείτο. Κατηγορήθηκε για υπεξαίρεση ύψους 30 εκ. ευρώ, ενώ ο ίδιος υπέδειξε έναν υπάλληλο του δήμου ως υπεύθυνο και ζήτησε την ποινική του δίωξη.

Επίσης, ο Βασίλης Παπαγεωργόπουλος δήλωσε ότι το συνολικό ποσό των υπεξαιρέσεων δεν ξεπερνάει τα 3 εκ. ευρώ. Στα τέλη του 2010 αποδείχτηκε ότι το χρέος του δήμου Θεσσαλονίκης έχει ξεπεράσει τα 50 εκ. ευρώ, ενώ η νέα διοίκηση του δήμου βρέθηκε αντιμέτωπη με ακόμα μεγαλύτερα προβλήματα, καθώς σύμφωνα με τον νέο δήμαρχο Γιάννη Μπουτάρη, ο δήμος Θεσσαλονίκης ήταν αδύνατον να διοικηθεί υπό τις παρούσες συνθήκες.

Στις 27 Φεβρουαρίου του 2013 το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων έκανε δεκτή την πρόταση του Εισαγγελέα και καταδίκασε σε ισόβια κάθειρξη τον Βασίλη Παπαγεωργόπουλο, όπως και τους Παναγιώτη Σαξώνη και Μιχάλη Λεμούσια ως συνεργούς, για την υπόθεση της υπεξαίρεσης, που τελικά έφτασε τα 17,9 εκατ. ευρώ, στο δήμο.

Τον Ιούλιο του 2014, το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων, αφού του αναγνώρισε 2 ελαφρυντικά, μείωσε την πρωτοβάθμια ποινή κάθειρξης σε 12 χρόνια.

Ο Βασίλης Παπαγεωργόπουλος αφέθηκε ελεύθερος με βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης στις 28 Ιουλίου 2015, λόγω προβλημάτων υγείας και βάση του νόμου Παρασκευόπουλου, έχοντας εκτίσει 2 χρόνια, 5 μήνες, και μία μέρα από την ποινή των 12 χρόνων που του είχε επιβληθεί.

 

Ο ΑΚΗΣ ΣΤΗ ΦΥΛΑΚΗ

Ήταν 6 Ιουνίου του 2011 όταν κατατέθηκε το πόρισμα της επιτροπής στον Πρόεδρο της Βουλής σχετικά με την υπόθεση αγοράς των γερμανικών υποβρυχίων. Την ίδια ημέρα σε συνέντευξη του στον Αλέξη Παπαχελά, ο Άκης Τσοχατζόπουλος αποποιήθηκε όλων των ευθυνών του στα ζητήματα στα οποία φέρεται να εμπλεκόταν, ενώ έκανε λόγο για πλεκτάνη εις βάρος του. Την 1η Ιουλίου 2011 η Βουλή των Ελλήνων με ευρεία πλειοψηφία αποφάσισε την άσκηση ποινικής δίωξη κατά του Άκη Τσοχατζόπουλου για παθητική δωροδοκία σε βάρος του δημοσίου και τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Ο Άκης Τσοχατζόπουλος από την πλευρά του δήλωσε ότι πρόκειται για σκευωρία, ενώ ανακοίνωσε ότι προσφεύγει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητάς του.

O πρώην υπουργός δέχθηκε καταθέσεις μεγάλων ποσών σε προσωπικό του λογαριασμό του από εκπρόσωπο εταιρίας εξοπλιστικών συστημάτων. Επίσης, ο ίδιος ο Τσοχατζόπουλος δήλωσε υπέρογκα ποσά που δόθηκαν για ανακαίνιση της οικίας του επί της οδού Διονυσίου Αρεοπαγίτου. Ο Άκης Τσοχατζόπουλος αμφισβητεί την εγκυρότητα των στοιχείων που αφορούν την περιουσιακή του κατάσταση και δηλώνει την πρόθεση του για συνεργασία με τις ελληνικές αρχές για τη διαλεύκανση της υπόθεσης.

Στις 11 Απριλίου 2012, μετά από ένταλμα που εκδόθηκε σε βάρος του από τον ειδικό ανακριτή Πρωτοδικών και την εισαγγελέα, συνελήφθη με την κατηγορία του ξεπλύματος βρώμικου χρήματος και οδηγήθηκε στην ΓΑΔΑ. Στο εισαγγελικό πόρισμα που δημοσιεύτηκε μετά τη σύλληψή του, αναφέρεται χαρακτηριστικά: «ο Άκης Τσοχατζόπουλος και οι συνεργάτες του συνέστησαν εγκληματική οργάνωση και για την πραγμάτωση του σκοπού τους ίδρυσαν τρεις Off shore εταιρείες, τις BLUBELL, ΝΟΒΙLIS και TORCASO, μέσω των οποίων προέβησαν σε σειρά παράνομων πράξεων, μεταξύ άλλων και νομιμοποίηση παράνομων αμοιβών μέσω του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας. Σε αυτές τις εταιρίες ιδιοκτήτης φαινόταν να είναι ο Άκης Τσοχατζόπουλος.

Το πόρισμα των δύο Εισαγγελέων ανέφερε επίσης: «Το χρονικό διάστημα από τον Μάιο 1998 έως τις 7/6/2001 φέρεται να απέκρυψε περιουσία συνολικού ύψους 16.202.000 ελβετικών φράγκων και 1.748.000 δολαρίων ΗΠΑ, χρήματα τα οποία αποτελούν προϊόν παθητικής δωροδοκίας του ίδιου σχετικά με τις συμβάσεις προμήθειας των οπλικών συστημάτων TOR M1. Την 2/12/2002 φέρεται να απέκρυψε περιουσία συνολικού ύψους 2.960.225 ελβετικών φράγκων σχετικά με τις συμβάσεις ΑΡΧΙΜΗΔΗΣ και ΠΟΣΕΙΔΩΝ 2 (υποβρύχια) τα οποία αποτελούν παράνομη αμοιβή που κατέβαλε μέσω άλλης εταιρίας η γερμανική εταιρία FERROSTAAL».

Στις 16 Απριλίου 2012, μετά από πολύωρη απολογία, ο Άκης Τσοχατζόπουλος με τη σύμφωνη γνώμη ανακριτή και εισαγγελέα, κρίθηκε προφυλακιστέος και στις 17 Απριλίου 2012 οδηγήθηκε στις φυλακές Κορυδαλλού. Ανάλογες ήταν οι αποφάσεις για τη σύζυγο του, Βίκυ Σταμάτη, την κόρη του καθώς και για πολλούς συνεργάτες του.

Στις 7 Οκτωβρίου 2013 καταδικάστηκε πρωτόδικα σε ποινή κάθειρξης 20 ετών για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα. Σύμφωνα με την απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, που κήρυξε ενόχους και καταδίκασε τους 17 από τους συνολικά 19 κατηγορούμενους στην υπόθεση, το ποσό που καταλογίζεται ότι έλαβε ο πρώην υπουργός ανέρχεται σε περίπου 54 εκατομμύρια ευρώ μέσα σε μία δεκαετία. Συγκεκριμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε πως ο Άκης Τσοχατζόπουλος ζητούσε ωφελήματα κατά τη διάρκεια της θητείας του στο υπουργείο Άμυνας από την άνοιξη του 1997 έως και τον Οκτώβριο του 2001, τα δε χρήματα που εισέπραξε διακινήθηκαν τμηματικά και μέσω άλλων προσώπων ή εταιρειών, ώστε να αποκρυφτεί η πραγματική τους προέλευση. Η έφεση δεν είχε ανασταλτικό χαρακτήρα και οδηγήθηκε στις φυλακές.

Τον Ιούλιο του 2015, η πρώην σύζυγος του Τσοχατζόπουλου, Γκούντρουν Μολντενάουερ η οποία επίσης καταδικάστηκε πρωτόδικα σε φυλάκιση 6 ετών για το σκάνδαλο των εξοπλιστικών, υπέγραψε δήλωση συναίνεσης ώστε ποσό 833.000 δολαρίων που βρέθηκε σε λογαριασμό της στην Ελβετία να κατατεθεί στον ειδικό λογαριασμό του Δημοσίου.

Στις 4 Μαΐου 2017 αποφυλακίστηκε με περιοριστικούς όρους, ενώ με γραπτή δήλωσή του επέμεινε ότι η δίωξή του ήταν «καθαρά πολιτική» και ανέφερε ότι θα το αποδείξει «με στοιχεία πέραν πάσης αμφισβήτησης» κατηγορώντας τους Γιώργο Παπανδρέου και Κώστα Σημίτη ότι «σε συνεργασία με ελληνικές και ξένες υπηρεσίες, παρέδωσαν την χώρα στους ξένους και στους δανειστές». Σύμφωνα με τη δήλωσή του, κατέθεσε τα στοιχεία αυτά στο δικαστήριο του πενταμελούς Εφετείου Αθηνών την επομένη ημέρα, 21η Ιουνίου, κατά την απολογία του.

Στις 31 Οκτωβρίου 2017, έπειτα από απόφαση του πενταμελούς εφετείου κακουργημάτων, ο Άκης Τσοχατζόπουλος οδηγήθηκε και πάλι στην φυλακή. Τελικά αποφυλακίστηκε τον Ιούλιο του 2018 για λόγους υγείας.

 

Ο ΤΣΑΡΟΣ ΠΟΥ ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΤΗΚΕ

Και κλείνουμε με το πιο πρόσφατο σκάνδαλο που συντάραξε την εγχώρια πολιτική σκηνή. Ένα σκάνδαλο που συνδέεται φυσικά με τη Λίστα Λαγκάρντ.

Τον Σεπτέμβριο του 2012 ήρθε για πρώτη φορά στη δημοσιότητα η ύπαρξη της λίστας Λαγκάρντ, η οποία περιλαμβάνει Έλληνες καταθέτες στην τράπεζα HSBC της Ελβετίας, οι οποίοι φέρονται να φοροδιέφευγαν. Μετά από μια αρχική σύγχυση για τη διαδρομή της λίστας και την εξαφάνισή της, ο Ε. Βενιζέλος αποκάλυψε πως είχε ακόμη στην κατοχή του τη λίστα, την οποία και παρέδωσε στις 2 Οκτωβρίου 2012 στον τότε πρωθυπουργό Α. Σαμαρά. Παράλληλα, ο Ε. Βενιζέλος άφησε υπόνοιες πως πιθανώς η λίστα που κατείχε να μην ήταν η αυθεντική αλλά να είχε στην πορεία της τροποποιηθεί.

Ανάμεσα στα ονόματα της λίστας Λαγκάρντ, βρισκόταν και αυτό της συζύγου του Γ.Παπαντωνίου, Σταυρούλας Κουράκου, όπως γνωστοποίησε ο ίδιος οικονομικός εισαγγελέας Γρηγόρης Πεπόνης με επιστολή του στην Επιτροπή για τον έλεγχο των Οικονομικών των Κομμάτων και των Πολιτικών προσώπων.

Στις 13 Νοεμβρίου του 2012 η προϊσταμένη της εισαγγελίας Αθήνας Παναγιώτα Φάκου διατάσσει εισαγγελική έρευνα για την αγορά 12 ελικοπτέρων τύπου Απάτσι, επί υπουργίας Γιάννου Παπαντωνίου. Αφορμή για την εισαγγελική έρευνα στάθηκε δημοσιεύματα που έκαναν λόγο για ζημία του δημοσίου εκατομμυρίων ευρώ, λόγω των διαδικασιών που επελέγησαν για την υπογραφή της συγκεκριμένης σύμβασης, αλλά και των προκαταβολών που δόθηκαν πριν την παραλαβή των ελικοπτέρων.

Στις 18 Νοεμβρίου του 2012 οι έρευνες της Δικαιοσύνης επεκτείνονται στις συμβάσεις εξοπλιστικών προγραμμάτων που χειρίστηκε ως υπουργός Εθνικής Άμυνας ο Γιάννος Παπαντωνίου που αφορούσαν εκτός από τα 12 ελικόπτερα Απάτσι στον εκσυγχρονισμό 6 φρεγατών το 2003, στην αγορά αρμάτων μάχης τύπου Leopard και την προμήθεια συστημάτων ηλεκτρονικού πολέμου.

Δημοσιεύματα δείχνουν ότι οι ελεγκτικές αρχές διαπίστωσαν ότι μέσω των λογαριασμών της Στραυρούλας Κουράκου, αλλά και του επιχειρηματία και κουμπάρου του ζευγαριού, Γιώργου Κανδαλέπα, διακινήθηκε το μυθικό ποσό των 40 εκατ. δολαρίων. Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, όταν ο Έρβε Φαλτσιάνι υπέκλεπτε τη λίστα Λαγκάρντ, η κα. Κουράκου φέρεται να είχε στον λογαριασμό της 1.5 εκατ. δολάρια.

Ο Γιάννος Παπαντωνίου διέψευσε τα δημοσιεύματα και έκανε λόγο για «εργολαβία λάσπης και χυδαιότητας εναντίον μου και σε βάρος της συζύγου μου».

Στις 22 Δεκεμβρίου του 2012 ο πρώην υπουργός Άμυνας του ΠΑΣΟΚ επιβεβαίωσε την ύπαρξη λογαριασμού της συζύγου του στην HSBC. Υποστήριξε ότι πρόκειται για λογαριασμό, που άνοιξε η κυρία Σταυρούλα Κουράκου με τον πρώτο της σύζυγο, Θεόδωρο Ουσταμπασίδη, για αποκατάσταση των δύο παιδιών τους (μισθός γυναικών που τα φρόντιζαν, δίδακτρα σχολείου κ.λπ.).

Ο κ. Παπαντωνίου κατέθεσε γραπτώς στην Επιτροπή Ελέγχου της Βουλής, ότι ο ίδιος δεν γνώριζε την ύπαρξη λογαριασμού, καθώς δεν περιείχε δικά του περιουσιακά στοιχεία και γι’ αυτό δεν τον συμπεριέλαβε στη δήλωση «Πόθεν Έσχες».

Τον Οκτώβριο του 2014 η εισαγγελέας Εφετών Αθανασία Βλάχου προτείνει προς το δικαστικό συμβούλιο την παραπομπή του πρώην υπουργού Άμυνας και της συζύγου του στο εδώλιο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων για το αδίκημα της ανακριβούς δήλωσης Πόθεν Έσχες. Το ζεύγος Παπαντωνίου βρίσκεται αντιμέτωπο με κακουργηματική κατηγορία για το ποσό ύψους 1,3 εκατ. ευρώ που εντοπίστηκε στον λογαριασμό της κας Κουράκου. Τα χρήματα αυτά σύμφωνα με την κατηγορία δεν είχαν δηλωθεί στα περιουσιακά τους στοιχεία τα έτη 2009-2010.

Στις 18 Νοεμβρίου του 2014 το ζεύγος καταδικάζεται πρωτοδίκως σε τέσσερα χρόνια με αναστολή για για ανακριβή δήλωση πόθεν έσχες που αφορά στο έτος 2009. Ο Γιάννος Παπαντωνίου και η σύζυγος του αντιμετωπίζουν την ίδια κατηγορία σε βαθμό πλημμελήματος για το έτος 2008 και σε βαθμό κακουργήματος για το έτος 2010.

Στις 17 Νοεμβρίου του 2015, το ζεύγος κρίνεται ένοχο χωρίς ελαφρυντικά από το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων για την ανακριβή δήλωση πόθεν έσχες το 2009. Συγκεκριμένα καταδικάστηκαν σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων ετών, μετατρέψιμη προς 10 ευρώ ημερησίως και χρηματική πρόστιμο 10.000 ευρώ ο καθένας. Ο πρώην υπουργός Άμυνας και η σύζυγός του προσφεύγει στον Άρειο Πάγο.

Στις 22 Δεκεμβρίου του 2016 ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αίτηση που κατέθεσε το ζεύγος για αναίρεση της απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.

Στις 22 Μαΐου του 2017 η ελληνική Δικαιοσύνη προχωρά στη δέσμευση των τραπεζικών λογαριασμών αλλά και των ακινήτων που έχει στην κατοχή του ο πρώην υπουργός (η οικεία του στην Κηφισιά και το γραφείο που διαθέτει στο κέντρο της Αθήνας).

Στις 6 Φεβρουαρίου του 2017 ασκείται ποινική δίωξη για ξέπλυμα μαύρου χρήματος στον πρώην υπουργό Γιάννο Παπαντωνίου και τη σύζυγό του από την Εισαγγελία Διαφθοράς. Στο ζευγάρι επιβλήθηκε ο περιοριστικός όρος της απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα. Η δίωξη έρχεται στο πλαίσιο της εισαγγελικής έρευνας που διενεργείτο για να διαπιστωθεί η νομιμότητα των καταθέσεων αλλά και του τιμήματος αγοράς της ακίνητης περιουσίας του πρώην υπουργού. Τον Ιούνιο διατάζεται προκαταρκτική εξέταση και για την πώληση του εξοχικού που διατηρούσε το ζεύγος στη Σύρο.

Στις 20 Ιουνίου του 2017 ο πρώην υπουργός και η σύζυγός του υποβάλουν τις έγγραφες εξηγήσεις τους στην Εισαγγελία Διαφθοράς, ως ύποπτοι τέλεσης κακουργηματικών πράξεων για τη χορήγηση φορολογικής ενημερότητας από τη ΔΟΥ Κηφισιάς.

Στις 12 Ιουλίου του 2017 το Πενταμελές Εφετείου Κακουργημάτων καταδικάζει σε ποινή φυλάκισης 4 έτη, εξαγοράσιμη προς 10 ευρώ ημερησίως και χρηματική ποινή ύψους 10.000 ευρώ το ζεύγος για ανακριβή δήλωση πόθεν έσχες για το οικονομικό έτος 2010. Μια ημέρα μετά, η Εισαγγελία Διαφθοράς προχωρά στην άσκηση ποινικών διώξεων για τη φορολογική ενημερότητα που εξέδωσε η ΔΟΥ Κηφισιάς για την πώληση του ακινήτου στη Σύρο.

Στις 25 Ιουλίου του 2018 η ανακρίτρια κατά της Διαφθοράς Ηλιάνα Ζαμανίκα, η οποία έχει στα χέρια της το σύνολο των δικογραφιών που σχετίζονται με το πρόσωπο του πρώην υπουργού-από τις συμβάσεις των εξοπλιστικών μέχρι τους λογαριασμούς του στο εξωτερικό- καλεί τον κ. Παπαντωνίου να δώσει εξηγήσεις.

Η μαραθώνια απολογία του πρώην υπουργού ολοκληρώνεται τελικώς χθες, και καταλήγει στην προφυλάκισή του ίδιου και της συζύγου του με σύμφωνη γνώμη εισαγγελέα και ανακριτών.

Σύμφωνα με το σε βάρος του κατηγορητήριο, το ποσό που προέρχεται από εγκληματικές πράξεις, υπολογίζεται στα 2.800.000 ελβετικά φράγκα και διακινήθηκε μέσα από δαιδαλώδεις διαδρομές τραπεζικών λογαριασμών έτσι ώστε μέσα από τις εκατοντάδες τραπεζικές κινήσεις να χαθεί η αρχική προέλευσή τους. Η αντίστοιχη ζημία του ελληνικού Δημοσίου δε, εκτιμάται στα περίπου 400 εκατομμύρια ευρώ.

 

Κείμενο: Χρήστος Δεμέτης – Φωτογραφίες: Eurokinissi
Πηγή: news247.gr