Οκτ 04

Σαν σήμερα, πριν από 44 χρόνια η ίδρυση της Νέας Δημοκρατίας

Σχετική εικόνα

«Νέα Δημοκρατία είναι η πολιτική παράταξις του ταυτίζει το Έθνος με τον Λαόν, την Πατρίδα με τους Ανθρώπους της, την Πολιτεία με τους Πολίτες της, την Εθνική Ανεξαρτησία με την Λαϊκή Κυριαρχία, την Πρόοδο με το Κοινό Αγαθό, την Πολιτική Ελευθερία με την Έννομη Τάξη και την Κοινωνική Δικαιοσύνη». Αυτό ήταν μια αποστροφή της ιδρυτικής διακήρυξης της ΝΔ, η οποία ιδρύθηκε σαν σήμερα πριν από 44 χρόνια από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, ο οποίος, μετά την πτώση της Δικτατορίας, είχε επιστρέψει από το Παρίσι, τόπο της αυτοεξορίας του από τα μέσα της δεκαετίας του’ 60.

Ο Καραμανλής ίδρυσε τη ΝΔ ως μια παράταξη που θα θεμελίωνε και θα ενσάρκωνε τα ιδανικά της νεαρής ακόμα μεταχουντικής Δημοκρατίας και θα εξέφραζε ένα ευρύ φάσμα πολιτών, ευρύτερο από την «κλασική Δεξιά» της ΕΡΕ, του προδικτατορικού προδρόμου της ΝΔ. Σε ένα κείμενο που εμπεριέχει νοήματα επίκαιρα ακόμα και σήμερα, ο Καραμανλής θίγει τις βασικές ιδεολογικές αρχές του κόμματος, τον οικονομικό του προσανατολισμό, την ανάγκη γεφύρωσης των παλιών διαχωριστικών γραμμών, αλλά και την επούλωση των τραυμάτων που άνοιξε η Χούντα και το άνοιγμα προς τον νέο και τότε συναρπαστικό κόσμο της Δύσης και της Ευρώπης.

Η πρώτη εκείνη ΝΔ είναι ένα κόμμα, κατά βάση, αρχηγικό. Αυτό, όμως, δεν έχει ιδιαίτερη σημασία εκείνη τη στιγμή, διότι η τότε κοινωνία αναζητεί ένα ισχυρό πρόσωπο, ώστε να συσπειρωθεί γύρω του και να διασφαλιστεί η δημοκρατική ομαλότητα. Η ΝΔ κατάγει στις πρώτες εκλογές που κατεβαίνει σαρωτική νίκη, με ποσοστό που δεν έχει ξαναπάρει κόμμα σε εθνικές εκλογές μετά τη Χούντα, πάνω από 54%. Και, στην πρώτη της, τριετή θητεία, θα προωθήσει δύο εμβληματικές πρωτοβουλίες για την πολιτειακή οργάνωση της ελληνικής Δημοκρατίας:  το δημοψήφισμα για το Πολιτειακό που εκβαίνει, τον Δεκέμβριο του 1974, με σαφή ήττα της Μοναρχίας, αλλά και το νέο Σύνταγμα της χώρας, όπου για πρώτη φορά προβλέπεται η δυνατότητα της χώρας να συμμετάσχει σε έναν υπερεθνικό οργανισμό, όπως η ΕΟΚ. Το πρώτο εκείνο Σύνταγμα, δε, θεωρείται, για τα δεδομένα της εποχής, ως ένα από τα πιο καινοτόμα Συντάγματα της περιόδου.

Κλειδί για τη ΝΔ είναι και το προσυνέδριο της Χαλκιδικής που γίνεται το 1976. Εκεί, για πρώτη φορά, γίνεται συζήτηση επί της του καταστατικού και των κανονισμών λειτουργίας των κομματικών οργανώσεων, με τον ίδιο τον Καραμανλή να προτάσσει την ανάγκη δημοκρατικής οργάνωσης των σύγχρονων κομμάτων. Το προσυνέδριο της Χαλκιδικής θα είναι ουσιαστικά ο προάγγελος του πρώτου συνεδρίου του κόμματος, τρία χρόνια μετά.

Η τομή της Βόλβης και η είσοδος στην Ευρώπη

Ανάμεσα στο προσυνέδριο και το συνέδριο της Χαλκιδικής το 1979, θα μεσολαβήσει η δεύτερη εκλογική νίκη του κόμματος, αλλά με σαφή σημάδια φθοράς, ενώ στον ορίζοντα ανατέλλει ως νέα πολιτική δύναμη το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου. Το συνέδριο έχει σημαντικές καινοτομίες, μιας και ορίζεται ως ιδεολογία του κόμματος ο «ριζοσπαστικός φιλελευθερισμός» και εγκρίνονται οι κανονισμοί λειτουργίας των τοπικών και νομαρχιακών οργανώσεων. Το συνέδριο εκείνο, δε, θα σημαδευτεί και από την cultπλέον ιστορία της Κίνησης της Βόλβης, με τον Βαγγέλη Μεϊμαράκη να προΐσταται μιας ομάδας γαλάζιων νεολαίων που επιδιώκουν τη διαμόρφωση ενός κόμματος «αρχών, όχι αρχηγικού». Ο Μεϊμαράκης και οι συν αυτώ θα μοιράσουν «προκηρύξεις» ένα βράδυ του συνεδρίου, πετώντας τις κάτω από τις πόρτες των δωματίων στελεχών και συνέδρων στο Πόρτο Καρράς, αλλά και κάτω από την πόρτα του ίδιου του Καραμανλή, ο οποίος γίνεται έξαλλος από την αμφισβήτηση, με αποτέλεσμα οι συμμετέχοντες της Κίνησης να «εκπαραθυρωθούν» λίγο μετά. Σημειωτέον, η εν λόγω πρωτοβουλία έγινε γνωστή ως «Κίνηση της Βόλβης», επειδή είχε οργανωθεί ήδη από το προσυνέδριο του 1976, όταν, σε μια ταβέρνα κοντά στη λίμνη, οι γαλάζιοι νεολαίοι άκουσαν τον Μεϊμαράκη να τους διαβάζει μια «προκήρυξη» αρχών. Η ιστορία καταγράφει, πάντως, και την αφήγηση του Γιάννη Βαρβιτσιώτη, στενού συνεργάτη του Καραμανλή, ο οποίος παραθέτει μια μάλλον προφητική διαπίστωση του Καραμανλή. «Μετά το συνέδριο μάς φώναξε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής να πάμε για φαγητό κάπου έξω από τη Χαλκιδική. Πήγαμε. Ήταν ο Παναγιωτόπουλος, υπουργός Εμπορίου, εγώ, ήμουν τότε υπουργός Παιδείας, και ίσως κάποιοι ακόμη. Την ώρα που τρώγαμε μας λέει ο Καραμανλής: «Ξέρετε τι κάναμε σήμερα; Αρχίσαμε τη διάλυση του κόμματος διότι κάναμε την οργάνωση». Ο Καραμανλής φοβόταν ότι αυτές οι κομματικές οργανώσεις (τοπικές επιτροπές και νομαρχιακές) οδηγούν σε έναν παραγοντισμό άνευ προηγουμένου. Δημιουργούν «παράγοντες» που θέλουν να επεμβαίνουν στη ζωή του κόμματος», θυμάται προ ετών στην Ελευθεροτυπία ο κ. Βαρβιτσιώτης.

Πάντως, το highlight του 1979 είναι η υπογραφή από τον Καραμανλή της εισόδου της χώρας στην ΕΟΚ, μιας επιλογή που θα αποδειχθεί ιστορική και καταλυτική για την πορεία της χώρας και για την εμπέδωση του δημοκρατικού πολιτεύματος.

Τα 80’s: Από τη Δεξιά στον Φιλελευθερισμό

Τα 80’s βρίσκουν τη ΝΔ σε μεταβατική κατάσταση. Ο Καραμανλής μετακινείται στην Προεδρία της Δημοκρατίας το 1980, παραδίδει τα ηνία στον Γεώργιο Ράλλη, ο οποίος όμως δεν καταφέρνει να αποτρέψει την αλματώδη άνοδο του ΠΑΣΟΚ και μοιραία η ΝΔ χάνει τις εκλογές του 1981. Ο Ράλλης θα χάσει τη μάχη της προεδρίας από τον «θεωρητικό» της Δεξιάς πτέρυγας του κόμματος Ευάγγελο Αβέρωφ, ο οποίος καλείται να αναδιοργανώσει τη ΝΔ, σε επίπεδο πολιτικού και προσώπων.

Ο Αβέρωφ, όμως, θα μείνει λίγα χρόνια επικεφαλής και θα αποχωρήσει το 1984, ενώ η ΝΔ έχει χάσει και στις ευρωεκλογές εκείνου του έτους. Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, προερχόμενος από το πολιτικό Κέντρο και ενταχθείς στη ΝΔ στο τέλος της δεκαετίας του ’70, με το κόμμα των Νεοφιλελευθέρων, θα καταφέρει να κόψει πρώτος το νήμα απέναντι στον Κωστή Στεφανόπουλο, εκπρόσωπο της παραδοσιακής, «καραμανλικής» πτέρυγας του κόμματος.

Ο Μητσοτάκης δεν θα καταφέρει να αποτρέψει την ήττα του 1985, παρά την κυβερνητική φθορά του ΠΑΣΟΚ. Θα καταφέρει, δε, να επιβιώσει της εσωκομματικής αμφισβήτησης, να επανεκλεγεί πρόεδρος της ΝΔ, αλλά και να διατηρήσει το κόμμα ενωμένο μετά την αποχώρηση του Στεφανόπουλου και μερίδας γαλάζιων βουλευτών για να δημιουργήσουν τη ΔΗ.ΑΝΑ., η οποία ουδέποτε ευτύχησε εκλογικά.

Ο Μητσοτάκης καταφέρνει κάτι σημαντικό στα 80s: αντιπαρατίθεται με τον Παπανδρέου με όρους ιδεολογικούς, καταφέρνοντας να φέρει στην προμετωπίδα της ΝΔ την έννοια του φιλελευθερισμού, κυρίως σε ό,τι αφορούσε τη φιλελευθεροποίηση της οικονομίας και την αποτίναξη του κρατικιστικού μοντέλου. Με τους πολίτες να βιώνουν τη διάψευση των προσδοκιών από την άνοδο του ΠΑΣΟΚ και παρά τη βελτίωση του βιωτικού επιπέδου, η ΝΔ θα καταφέρει να επικρατήσει. Με αφετηρία τις δημοτικές εκλογές του 1986, τις οποίες ο Μητσοτάκης πολιτικοποιεί, η ΝΔ κερδίζει τους τρεις μεγάλους δήμους με τον Μιλτιάδη Έβερτ στην Αθήνα, τον Ανδρέα Ανδριανόπουλο στον Πειραιά και τον Σωτήρη Κούβελα στη Θεσσαλονίκη.

Η επιστροφή στην κυβέρνηση και η σκυτάλη στον Καραμανλή

Η ΝΔ, εν τέλει, σε ένα περιβάλλον ακραίας πόλωσης, λόγω της δυσώδους υπόθεσης Κοσκωτά, αλλά και του εκλογικού νόμου που είχε δημιουργήσει ο Μένιος Κουτσόγιωργας, λίγο πριν τον θάνατό του, θα καταφέρει να σχηματίσει κυβέρνηση, μετά από τρεις εκλογικές αναμετρήσεις, το 1990. Θα προηγηθούν δύο οικουμενικές κυβερνήσεις, η καινοφανής για τα δεδομένα της εποχής συνεργασία ΝΔ-Συνασπισμού, η παραπομπή του Ανδρέα Παπανδρέου στο Ειδικό Δικαστήριο για την υπόθεση Κοσκωτά, αλλά και η δολοφονία του Παύλου Μπακογιάννη από τη 17Ν.

Σε αυτή την ταραγμένη περίοδο, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης αναλαμβάνει τη διακυβέρνηση του τόπου, υποσχόμενος φιλελευθεροποίηση της οικονομίας και διόρθωση των δημοσίων οικονομικών. Πράγματι, το πρόγραμμα της ΝΔ παραπέμπει σε αυτά τα στοιχεία, ενώ επί Μητσοτάκη επιτυγχάνεται μια σημαντική δημοσιονομική διόρθωση. Τοτε, θα ξεκινήσουν και σημαντικές ιδιωτικοποιήσεις, με άλλες να δρομολογούνται και άλλες να βαλτώνουν.

Εκείνη την περίοδο, όμως, θα συμβούν πολλά. Ο Παπανδρέου, καίτοι ασθενής, θα πάει στο Ειδικό Δικαστήριο και θα αθωωθεί οριακά, αναβαπτιζόμενος όμως πολιτικά. Το Μακεδονικό θα προκαλέσει οξείες αντιδράσεις στην κοινωνία και αναταραχή στο πολιτικό σύστημα. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη θα προσπαθήσει να λύσει το ζήτημα ταχέως, για να μην χρονίσει, κάτι τέτοιο όμως δεν θα καταστεί δυνατό. Το Συμβούλιο των Πολιτικών Αρχηγών του 1992 καταλήγει στη θέση ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτή ονομασία της γείτονος που θα περιλαμβάνει τον όρο «Μακεδονία» ή παράγωγό του, ο υπουργός Εξωτερικών Αντώνης Σαμαράς θα έρθει σε σύγκρουση με τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη για το ζήτημα και εν τέλει, ο κ. Σαμαράς θα αποχωρήσει παραιτούμενος από υπουργός και βουλευτής, μετά από μια θυελλώδη συνεδρίαση της Κ.Ο. της ΝΔ. Η αποχώρηση Σαμαρά, αλλά και οι χειρισμοί της κυβέρνησης για το Μακεδονικό, συνδυαστικά με την ταχεία φθορά λόγω της οικονομικής πολιτικής, ανοίγουν τον ασκό του Αιόλου, με βουλευτές να παραιτούνται, μέχρι να έρθει ο βουλευτής Κιλκίς Γιώργος Συμπιλίδης, να ανεξαρτητοποιηθεί και να απωλέσει η ΝΔ τη δεδηλωμένη στη Βουλή.

Η χώρα οδηγείται σε εκλογές, η ΝΔ χάνει και ο Μιλτιάδης Έβερτ, τακτικός αμφισβητίας του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη και επικεφαλής μιας άτυπης Τρόικας μαζί με τον Σταύρο Δήμα και τον Θανάση Κανελλόπουλο, αναλαμβάνει τα ηνία. Δεν θα καταφέρει ποτέ να δημιουργήσει μια πλατιά πλειοψηφία, καίτοι εκπρόσωπος της καραμανλικής πτέρυγας, ενώ θα χάσει και τις εκλογές του 1996, κυρίως λόγω του γεγονότος ότι η αλλαγή στην ηγεσία του ΠΑΣΟΚ, με τον τεχνοκράτη Κώστα Σημίτη να διαδέχεται τον ασθενή και ανήμπορο πλέον Ανδρέα Παπανδρέου, θα δώσει νέα πνοή στο κυβερνών κόμμα.

Ο Έβερτ παραμένει για μερικούς μήνες πρόεδρος, αλλά αναγκάζεται να κινήσει εσωκομματικές διαδικασίες. Ξαναβάζει για υποψήφιος, φαίνεται ότι θα έχει αντίπαλο τον «μητσοτακικό» Γιώργο Σουφλιά, τον οποίο στηρίζει ο πρώην πρωθυπουργός, αλλά κάπου εκεί αναδεικνύεται μια νέα υποψηφιότητα, που δημιουργεί δυναμική στη βάση της παράταξης: του ανιψιού του Κωνσταντίνου Καραμανλή, Κώστα Καραμανλή, βουλευτή Α’ Θεσσαλονίκης. Έχοντας τη στήριξη του Γιάννη Βαρβιτσιώτη, του θείου του και πολύπειρου κομματικά Αχιλλέα Καραμανλή, αλλά και μιας φράξιας νέων βουλευτών, των λεγόμενων «λοχαγών», ο Κώστας Καραμανλής θα καταφέρει να επικρατήσει στο συνέδριο της ΝΔ που γίνεται το 1997 στο ΣΕΦ. Και από εκεί, ξεκινά μια πορεία που θα διαρκέσει μεν κάποια χρόνια, προκειμένου να κερδίσει ξανά εκλογές η ΝΔ. Ανανεώνει το στελεχιακό δυναμικό και τον πολιτικό λόγο της παράταξης, διαμορφώνει το στρατήγημα της επικράτησης στον «μεσαίο χώρο», ενώ δεν διστάζει να κάνει και επίδειξη δύναμης, με διαγραφές κεντρικών στελεχών, όπως ο Σουφλιάς, ο Στέφανος Μάνος, ο Βασίλης Κοντογιαννόπουλος κ.α. Θα κερδίσει τις ευρωεκλογές του 1999, αναπτερώνοντας το ηθικό της παράταξης, θα χάσει όμως «επειδή μπήκε η Β’ Αθήνας» τις εκλογές του 2000 και ενώ με τα πρώτα exitpollsείχαν ξεκινήσει τα πανηγύρια στη Ρηγίλλης. Η ήττα αυτή, όμως, ήταν απλώς μια αναβολή αυτού που θα γινόταν σε μεγαλύτερη έκταση το 2004.

Η κυριαρχία Καραμανλή, η χαμένη ευκαιρία και η είσοδος στα Μνημόνια

Ό,τι λοιπόν δεν κατάφερε η ΝΔ το 2000, το έκανε με χαρακτηριστική άνεση το 2004. Εκφράζοντας τη μεσαία τάξη, προσεγγίζοντας ψηφοφόρους από όλες τις πλευρές και εκφράζοντας ένα όραμα για συνέχιση των καλών ημερών, αλλά και για ρήξη με τη διαπλοκή (οι περίφημοι «νταβατζήδες») που είχε καταστεί ενοχλητική κατά την τελευταία τετραετία του ΠΑΣΟΚ, παρά τα μεγάλα έργα πνοής στη χώρα και τη διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων, η ΝΔ του Κώστα Καραμανλή σαρώνει στις εκλογές και παίρνει ισχυρή εντολή διακυβέρνησης. Συνολικά, πάντως, η περίοδος Καραμανλή, ιδίως η πρώτη που είχε και ισχυρότατη λαϊκή εντολή, χαρακτηρίζεται ως «χαμένη ευκαιρία». Αν μη τι άλλο, η τότε κυβέρνηση πολεμήθηκε και από νωρίς εγκλωβίστηκε στη σκανδαλολογία. Ο Καραμανλής, όντας ο ίδιος το πιο δυνατό χαρτί της ΝΔ, θα καταφέρει να κερδίσει τις δεύτερες εκλογές του 2007, παρά τις τεράστιες πυρκαγιές στην Πελοπόννησο, αλλά η δεύτερη θητεία του θα είναι εξαιρετικά δύσκολη. Αντιμέτωπος με λογής λογής «αντάρτικα» λόγω της ισχνής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, η κυβέρνηση εγκλωβίζεται στη συζήτηση για τα σκάνδαλα, αν και προσπαθεί να διαμορφώσει ένα νέο δόγμα, πολυδιάστασης εξωτερικής πολιτικής. Η οικονομική κρίση που ξεσπά, όμως, παγκοσμίως το 2008 βρίσκει την ελληνική οικονομία απροετοίμαστη, με μεγάλο έλλειμμα και διογκούμενο χρέος. Θα ληφθούν κάποια μέτρα, πολιτική συναίνεση δεν θα βρεθεί, και νομοτελειακά η χώρα θα οδηγηθεί σε εκλογές το 2009. Ο Κώστας Καραμανλής τότε προειδοποίησε μεν για τις δύσκολες μέρες που έρχονται, δεν ήταν όμως σε κανέναν σαφές τότε ότι η χώρα πηγαίνει «καρφί» για χρεοκοπία, παρά τη συναίσθηση ότι τα πράγματα θα είναι δύσκολα.

Κάπως έτσι, η ΝΔ καταγράφει ένα ιστορικά χαμηλό ποσοστό, ο Καραμανλής πικραίνεται, αισθανόμενος ότι ο κόσμος του γύρισε την πλάτη, περιμένοντας μικρότερη ήττα και όχι με 10 μονάδες από το ΠΑΣΟΚ και αποσύρεται, ανοίγοντας αμέσως τις εσωκομματικές διαδικασίες.

Η περίοδος Σαμαρά

Η δεύτερη δεκαετία του ’00 θα βρει τη ΝΔ με επικεφαλής τον Αντώνη Σαμαρά. Ο κ. Σαμαράς, αφού ίδρυσε την Πολιτική Άνοιξη, φεύγοντας από τη ΝΔ, διήγε την πολιτική έρημο, επέστρεψε στη ΝΔ ως συνεργαζόμενος, εξελέγη ευρωβουλευτής το 2004 και επέστρεψε ως βουλευτής και υπουργός κατόπιν από το 2007. Θα κερδίσει πιο άνετα απ’ ότι θα περίμενε κανείς την Ντόρα Μπακογιάννη, η οποία ξεκίνησε ως φαβορί. Το κλειδί που θα κρίνει την εκλογική μάχη θα είναι η εσωκομματική διαδικασία για πρώτη φορά να μην γίνει από το συνέδριο της ΝΔ, με «ελεγχόμενη» εκλεκτορική λίστα μερικών χιλιάδων, σε ένα συνέδριο, όπως προβλεπόταν στο καταστατικό του κόμματος. Επρόκειτο για πρόταση του Δημήτρη Αβραμόπουλου, ο οποίος καταλάβαινε ότι δεν είχε μεγάλη τύχη σε ένα κλειστό συνέδριο, με την οποία, συν τω χρόνω, συντάχθηκε και ο Αντώνης Σαμαράς. Η Ντόρα Μπακογιάννη επέμενε για συνέδριο, μέχρι που σε μια θυελλώδη Κεντρική Επιτροπή της ΝΔ είπε τη φράση «Εγώ δεν είμαι εδώ για να παίζω τις κουμπάρες με τη διαδικασία. Συμφωνώ με οποία διαδικασία επιλέξουμε». Και εγένετο διαδικασία από τη βάση, οπότε, ο «περίπατος»που προμηνυόταν για την κ. Μπακογιάννη, μετετράπη σε σαφή ήττα.

Η περίοδος του Αντώνη Σαμαρά, πάντως, ξεκινά σχεδόν αμέσως με ένα σημαντικό δεδομένο: το Μνημόνιο. Ο κ. Σαμαράς αποφασίζει να μην υπερψηφίσει η ΝΔ το πρώτο Μνημόνιο, διαγράφει την Ντόρα Μπακογιάννη που το υπερψηφίζει, ενώ από το Ζάππειο περιγράφει ένα διαφορετικό δημοσιονομικό σχέδιο, το οποίο δεσμεύεται να εφαρμόσει. Ο χρόνος περνά σύντομα και η φθορά της κυβέρνησης Παπανδρέου είναι αλματώδης, με τον Παπανδρέου σχεδόν να παραιτείται σε τηλεφωνική του επικοινωνία με τον Αντώνη Σαμαρά, νωρίς το καλοκαίρι του 2011. Εν τέλει, με δεδομένη την έντονη κοινωνική δυσαρέσκεια, ο Παπανδρέου θα ανακοινώσει το δημοψήφισμα που θα είναι και το κύκνειο άσμα του, στις αρχές Νοεμβρίου του 2011, ενώ θα αποχωρήσει από την πρωθυπουργία λίγο αργότερα. Τότε, οι φιλοευρωπαϊκές πολιτικές δυνάμεις, της ΝΔ συμπεριλαμβανομένης, καλούνται να δημιουργήσουν μια νέα κυβέρνηση, επιλέγοντας τον Λουκά Παπαδήμο για το πρόσωπο του νέου πρωθυπουργού. Η νέα κυβέρνηση που στηρίζεται από το ΠΑΣΟΚ, τη ΝΔ και τον Λαϊκό Ορθόδοξο Συναγερμό θα οδηγήσει τη χώρα στη διαπραγμάτευση της δεύτερης δανειακής σύμβασης που περιελάμβανε ένα πρόγραμμα-τομή για το ελληνικό χρέος, το PSI, το οποίο προέβλεπε εθελοντική συμμετοχή ιδιωτών πιστωτών στην απομείωση του ελληνικού χρέους.

Η απόφαση του Αντωνη Σαμαρά να αντιστρέψει την αντιμνημονιακή πορεία του κόμματός του θα έχει σημαντικές επιπτώσεις στη ΝΔ: αρχικά, στην ψηφοφορία για το δεύτερο Μνημόνιο, η ΝΔ θα χάσει 21 βουλευτές, ενώ μερικούς μήνες νωρίτερα έχει τεθεί εκτός της Κ.Ο. του κόμματος και ο Πάνος Καμμένος. Σε αυτό το κλίμα κατακερματισμού, συνεπώς, η ΝΔ θα κερδίσει τις πρώτες εκλογές του 2012, με ιστορικά χαμηλό ποσοστό όμως: σχεδόν 19%. Με δεδομένη την κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ στην τρίτη θέση, επίσης, και με ορατό τον κίνδυνο της χρεοκοπίας, η χώρα οδηγείται σε δεύτερες εκλογές, τις οποίες η ΝΔ κερδίζει με σχεδόν 29%, σχηματίζοντας κυβέρνηση με το ΠΑΣΟΚ και τη ΔΗΜΑΡ.

Η κυβέρνηση Σαμαρά θα δουλέψει προκειμένου να διασφαλίσει την εφαρμογή του προγράμματος και την παραμονή της χώρας στον στενό πυρήνα του ευρώ, ενώ σταδιακά θα καταφέρει να βρει modusoperandiμε τους δανειστές, αν και η πολιτική που εφαρμόζει δημιουργεί σημαντική φθορά. Η κυβέρνηση Σαμαρά θα πάρει την απόφαση να κλείσει την ΕΡΤ το καλοκαίρι του 2013, χωρίς όμως να έχει προετοιμάσει διάδοχο σχήμα, με αποτέλεσμα να προκληθεί κυβερνητική κρίση και η δικομματική να γίνει τρικομματική κυβέρνηση, λόγω της αποχώρησης της ΔΗΜΑΡ. Η κυβέρνηση θα συνεχίσει την πορεία της, αλλά με μικρότερη κοινοβουλευτική πλειοψηφία και αρκετές εντάσεις κατά καιρούς, αν και Αντώνης Σαμαράς και Ευάγγελος Βενιζέλος καταφέρνουν να βρουν τρόπους υπέρβασης των διαφωνιών. Η κυβέρνηση του Αντώνη Σαμαρά θα πέσει στο τέλος του 2014, λόγω της αδυναμίας εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας, ενώ ήταν από πριν σαφές ότι η τότε ανοιχτή αξιολόγηση δεν θα έκλεινε όσο υπήρχε αυτή η εκκρεμότητα, παρά το ότι ήταν σαφές ότι η ελληνική οικονομία πήγαινε καλύτερα σε σύγκριση με το 2012.

Το σπιράλ εσωστρέφειας, ο εγγυητής Μεϊμαράκης και το στοίχημα του Κυριάκου

Η ήττα της ΝΔ στις εκλογές με σχεδόν 10 μονάδες δημιουργεί έντονη εσωστρέφεια. Ο Αντώνης Σαμαράς δεν παραιτείται, όμως σε πολλές συνεδριάσεις στα τότε γραφεία της Συγγρού με κεντρικά στελέχη του κόμματος, υπάρχουν εντάσεις για τη στρατηγική που ακολουθείται. Η ΝΔ θα πρωτοστατήσει στη μάχη του ΝΑΙ στο δημοψήφισμα του καλοκαιριού, αλλά η καθαρή ήττα οδηγεί τον Αντώνη Σαμαρά στην παραίτηση. Έχει προηγηθεί πλούσιο παρασκήνιο και εν τέλει επιλέγεται το κομματικά ευρύτερα αποδεκτό πρόσωπο του Βαγγέλη Μεϊμαράκη να ηγηθεί της ΝΔ.

Η ΝΔ υπό τον Βαγγέλη Μεϊμαράκη θα υπερψηφίσει επί της αρχής το τρίτο Μνημόνιο που φέρνει στη Βουλή ο ΣΥΡΙΖΑ, προκειμένου να μην χρεοκοπήσει η χώρα και πηγαίνει σε εκλογές με αναπτερωμένο ηθικό. Παρά τις αρχικές προσδοκίες, όμως, ότι η μάχη με τον ΣΥΡΙΖΑ θα δοθεί επί ίσοις όροις, η ΝΔ χάνει καθαρά και ο Βαγγέλης Μεϊμαράκης ανοίγει τις εσωκομματικές διαδικασίες για τη διαδοχή του.

Υποψήφιοι θα είναι ο ίδιος, ο Απόστολος Τζιτζικώστας, ο Κυριάκος Μητσοτάκης και ο Άδωνις Γεωργιάδης. Η διαδικασία είναι επεισοδιακή, με πολλές συγκρούσεις και θα σημαδευτεί από το φιάσκο της ακύρωσης της εκλογικής διαδικασίας την πρώτη Κυριακή των εκλογών, λόγω αδυναμίας ανταπόκρισης του ηλεκτρονικού συστήματος. Ακολουθεί ακραία πόλωση, αλλά, εν τέλει, προγραμματίζεται νέα ημερομηνία εκλογών για τις 20 Δεκεμβρίου. Από την πρώτη κάλπη, πρώτος βγαίνει το φαβορί Βαγγέλης Μεϊμαράκης, αλλά ο Κυριακος Μητσοτάκης κάνει την έκπληξη και υποσκελίζει τον Απόστολο Τζιτζικώστα, περνώντας στον δεύτερο γύρο.

Τα υπόλοιπα είναι λίγο πολύ γνωστά. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι εδώ και δυόμιση χρόνια πρόεδρος της ΝΔ και επί των ημερών του η ΝΔ προβάλλει ως το μεγάλο φαβορί για να κερδίσει τις επόμενες εκλογές. Εξ αρχής, ο κ. Μητσοτάκης έχει επενδύσει στη λογική της διεύρυνσης του κόμματος και του ανοίγματος της εκτός των παραδοσιακών του ορίων. Παράλληλα, επιμένει στον προγραμματικό λόγο του κόμματος, παρουσιάζοντας ένα σχέδιο διακυβέρνησης για την επόμενη μέρα, ενώ από την αρχή της θητείας του επέμεινε στην ανάγκη εκλογών και πολιτικής αλλαγής, για να απελευθερωθούν οι δημιουργικές δυνάμεις του τόπου. Το στοίχημα για τον πρόεδρο της ΝΔ, συνεπώς, είναι μπροστά: να καταφέρει να δημιουργήσει μια ευρεία κοινωνική πλειοψηφία, ώστε να έχει ισχυρή εντολή διακυβέρνησης, προκειμένου, στο νέο πολιτικό περιβάλλον μετά το τυπικό τέλος των Μνημονίων, να εφαρμόσει την εναλλακτική πρόταση που κομίζει.

 

Σχετική εικόνα

Πηγή: reader.gr